Ποιος έχει αντοχή για το επόμενο σοκ; Η δύναμη ισολογισμών των επιχειρήσεων και η εύθραυστη κατανάλωση των νοικοκυριών

Καθώς η ελληνική οικονομία πλησιάζει στο τέλος της περιόδου χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης, τα ίδια στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που περιγράφουν μια χώρα σε ανάκαμψη αποκαλύπτουν και κάτι λιγότερο σχολιασμένο: δύο πολύ διαφορετικές αντοχές. Οι επιχειρήσεις έχτισαν ισολογισμική δύναμη πολλαπλάσια αυτής των νοικοκυριών. Τα νοικοκυριά, αντίθετα, παραμένουν εκτεθειμένα -ακριβώς τη στιγμή που η δική τους κατανάλωση προβλέπεται να γίνει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης της επόμενης τριετίας.

 
Στο προηγούμενο άρθρο του mywaypress.gr για την Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος (17 Ιουλίου 2026), επισημάνθηκε ότι η ελληνική ανάπτυξη στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μηχανισμούς με ημερομηνία λήξης -κυρίως στις εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, οι οποίες ολοκληρώνονται εντός του 2026. Το ερώτημα που ακολουθεί δεν είναι ποιος θα «χρηματοδοτήσει» την επόμενη φάση -αυτός παραμένει, εξ ορισμού, ρόλος των επιχειρήσεων και των επενδυτών, όχι των νοικοκυριών. Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: ποιος έχει χτίσει αντοχή απέναντι στο επόμενο σοκ, και ποιος παραμένει εκτεθειμένος; Η απάντηση αποκτά βάρος επειδή, σύμφωνα με το ίδιο το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδος, η ιδιωτική κατανάλωση -δηλαδή ακριβώς το μέγεθος στο οποίο πρωταγωνιστούν τα νοικοκυριά- προβλέπεται να είναι ο κύριος μοχλός ανάπτυξης για το διάστημα 2026-2028. Και εδώ τα ίδια τα στοιχεία της Έκθεσης σχεδιάζουν μια εικόνα εμφανώς ασύμμετρη.

 
ΔΥΟ ΤΑΧΥΤΗΤΕΣ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗΣ

Το 2025, η αποταμίευση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (συμπεριλαμβανομένων των καθαρών μεταβιβάσεων κεφαλαίου) ανήλθε στο 7,9% του ΑΕΠ, ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου 2016-2019 (7,8%). Τα νοικοκυριά, αντίθετα, παρέμειναν σε αρνητική αποταμίευση -1,5% του ΑΕΠ, ουσιαστικά αμετάβλητη σε σχέση με το 2024. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος εξηγεί το μηχανισμό με σαφήνεια: οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, η αυξημένη καταναλωτική δαπάνη και η αποπληρωμή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων συνέχισαν να ασκούν πίεση στην αποταμίευση των νοικοκυριών, διατηρώντας τη σε αρνητικό έδαφος.

Πρόκειται για μια σταθερή, όχι συγκυριακή, απόκλιση. Τα νοικοκυριά καταναλώνουν σχεδόν όσο -ή περισσότερο από όσο- κερδίζουν, ζώντας οριακά πάνω από το εισόδημά τους εδώ και χρόνια. Οι επιχειρήσεις, αντίθετα, συσσωρεύουν σταθερά κεφάλαιο πάνω από το ιστορικό τους πρότυπο. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς λογιστικό. Για τις επιχειρήσεις σημαίνει μεγαλύτερη δυνατότητα να αναλάβουν επενδυτική πρωτοβουλία όταν η δημόσια χρηματοδότηση υποχωρήσει. Για τα νοικοκυριά, των οποίων ο ρόλος στην ανάπτυξη περνά κυρίως μέσα από την κατανάλωση και όχι μέσα από την επένδυση, σημαίνει κάτι διαφορετικό αλλά εξίσου κρίσιμο: μικρότερο απόθεμα ασφαλείας απέναντι σε ένα ενδεχόμενο νέο σοκ -ενεργειακό, εισοδηματικό ή επιτοκιακό.

Δείκτης Επιχειρήσεις (ΜΧΕ) Νοικοκυριά
Αποταμίευση, % ΑΕΠ (2025) 7,9% -1,5%
Μεταβολή αποταμίευσης έναντι 2016-19 πάνω από τον μ.ό. (7,8%) καλύτερα, αλλά αρνητική
Ετήσια αύξηση καταθέσεων (Μάιος 2026) 20,0% 4,1%
Ετήσια πιστωτική επέκταση (Μάιος 2026) 9,8% (προς ΜΧΕ) 1,2% στεγαστικά · 7,0% καταναλωτικά
Νέες δανειακές συμβάσεις, 2025 €23,6 δισ. €2,1 δισ. (στεγαστικά)
Πρόσβαση σε στηρικτικά χρηματοδοτικά εργαλεία (HDB/EIB/EIF) ~20% νέων δανείων· ~40% σε ΜΜΕ

Πηγές: Τράπεζα της Ελλάδος, «Note on the Greek Economy», 17 Ιουλίου 2026 (Πίνακες 1.1, 6.1, 6.3, Διαγράμματα 38-41). Επεξεργασία: mywaypress.gr.

 
ΤΟ ΡΑΛΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΟΙΡΑΣΤΗΚΕ

Η εικόνα επιβεβαιώνεται και στις τραπεζικές καταθέσεις. Τον Μάιο του 2026, οι καταθέσεις των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 20,0% -το υψηλότερο επίπεδο τουλάχιστον από το 2019, όταν ο αντίστοιχος ρυθμός ήταν 5,9%. Οι καταθέσεις των νοικοκυριών, αντίθετα, αυξήθηκαν με ρυθμό μόλις 4,1%, χαμηλότερο ακόμη και από το προ-πανδημικό επίπεδο του 2019 (6,1%). Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι μέρος της εξήγησης βρίσκεται στη μετατόπιση κεφαλαίων νοικοκυριών προς εναλλακτικές τοποθετήσεις -κυρίως αμοιβαία κεφάλαια- λόγω των χαμηλών καταθετικών επιτοκίων· ένα μέρος, ωστόσο, αντανακλά απλώς το γεγονός ότι τα νοικοκυριά δεν έχουν αντίστοιχο πλεόνασμα προς αποταμίευση.

Ενώ οι καταθέσεις επιχειρήσεων αυξάνονται με ρυθμό πενταπλάσιο των καταθέσεων νοικοκυριών, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, αλλά ποια πλευρά της χτίζει αντοχή απέναντι στο επόμενο σοκ -και ποια παραμένει εκτεθειμένη.

 
ΠΟΙΟΣ ΚΑΡΠΩΝΕΤΑΙ ΤΟΝ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟ

Η Έκθεση προσφέρει και μια εξήγηση για την πηγή αυτής της απόκλισης, χωρίς να τη συνδέει ρητά με το ζήτημα των ανισοτήτων. Στην ανάλυση των εγχώριων πληθωριστικών πιέσεων (μέσω του αποπληθωριστή του ΑΕΠ), η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι τα «μοναδιαία κέρδη» (unit profits) -δηλαδή το περιθώριο κέρδους ανά μονάδα προϊόντος- αποτέλεσαν εκ νέου τον κύριο μοχλό αύξησης του αποπληθωριστή το πρώτο τρίμηνο του 2026, μετά από μια διετία όπου κυριαρχούσε το μοναδιαίο κόστος εργασίας. Με απλά λόγια: οι επιχειρήσεις κατάφεραν να περάσουν στους καταναλωτές το κόστος της ενεργειακής ακρίβειας -και σε αρκετές περιπτώσεις κάτι παραπάνω από αυτό- διευρύνοντας τα περιθώριά τους, ενώ οι μισθωτοί και τα νοικοκυριά, ως τελικοί καταναλωτές, απορρόφησαν το μεγαλύτερο μέρος της πραγματικής επιβάρυνσης.

Το σχήμα αυτό δεν είναι πρωτόγνωρο για καμία οικονομία που διέρχεται ενεργειακό σοκ· είναι, όμως, αθροιστικό. Κάθε κύκλος ακρίβειας που περνά με αυτόν τον τρόπο αφήνει πίσω του λίγο μεγαλύτερα εταιρικά αποθεματικά και λίγο βαθύτερη ιδιωτική δυσαποταμίευση -μια δυναμική που, αν συνεχιστεί αδιατάρακτη, μεταθέτει σταδιακά το κέντρο βάρους της οικονομίας προς τον εταιρικό τομέα.

 
Η ΑΣΎΜΜΕΤΡΗ ΠΡΌΣΒΑΣΗ ΣΤΗ ΜΟΧΛΕΥΣΗ

Η ασυμμετρία εντείνεται όταν κοιτάξει κανείς την πλευρά της πίστωσης -όχι επειδή τα νοικοκυριά οφείλουν να «χρηματοδοτήσουν» την ανάπτυξη, αλλά επειδή η φθηνή πίστωση είναι γι’ αυτά ο βασικός μηχανισμός συσσώρευσης περιουσίας: η στεγαστική μόχλευση. Το 2025, οι νέες δανειακές συμβάσεις προς επιχειρήσεις ανήλθαν σε €23,6 δισ., έναντι μόλις €2,1 δισ. σε νέα στεγαστικά δάνεια νοικοκυριών -αναλογία σχεδόν 11 προς 1. Η πιστωτική επέκταση προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις κινείται σταθερά γύρω στο 9,8% ετησίως, ενώ τα στεγαστικά δάνεια μόλις βγήκαν σε θετικό πρόσημο τον Νοέμβριο του 2025, για πρώτη φορά από το 2010, με ρυθμό που δεν ξεπερνά το 1,2%.

Στο ίδιο μοτίβο εντάσσεται και η πρόσβαση σε στηρικτικά χρηματοδοτικά εργαλεία: δάνεια που συγχρηματοδοτούνται ή είναι εγγυημένα από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων αντιστοιχούν σε περίπου 20% των νέων επιχειρηματικών δανείων -και σχεδόν 40% των δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η αρχιτεκτονική αυτής της στήριξης έχει σχεδιαστεί, εύλογα, γύρω από τον επενδυτικό ρόλο του επιχειρηματικού τομέα. Αφήνει όμως τη στεγαστική πίστη -τον βασικό δρόμο συσσώρευσης περιουσίας για ένα νοικοκυριό- να εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τις τρέχουσες συνθήκες της τραπεζικής αγοράς.

 
ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟ ΕΧΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΡΑ

Το ζήτημα δεν είναι πόσο θα «συνεισφέρουν» τα νοικοκυριά στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης -δεν είναι αυτός ο θεσμικός τους ρόλος. Το ζήτημα είναι ότι η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει την ιδιωτική κατανάλωση ως τον κύριο μοχλό ανάπτυξης για το διάστημα 2026-2028, ακριβώς τη στιγμή που η επενδυτική ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης υποχωρεί. Καταναλωτές με αρνητική αποταμίευση και περιορισμένη πρόσβαση σε φθηνή πίστωση στηρίζουν μια λιγότερο ανθεκτική βάση κατανάλωσης απ’ όσο υποδηλώνει ο επικεφαλής αριθμός του ΑΕΠ. Ένα νέο εισοδηματικό ή ενεργειακό σοκ θα βρει τα νοικοκυριά με πολύ μικρότερο περιθώριο απορρόφησης απ’ ό,τι τις επιχειρήσεις -και, αφού η κατανάλωσή τους είναι πλέον ο βασικός μοχλός ανάπτυξης, μικρότερο περιθώριο απορρόφησης για την ίδια την οικονομία.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η κυβέρνηση φαίνεται να αναγνωρίζει, έστω σιωπηλά, αυτή την πίεση στα νοικοκυριά: τα πρόσφατα δημοσιονομικά μέτρα που περιγράφηκαν στο προηγούμενο άρθρο -παράταση επιδότησης λιπασμάτων, μόνιμη αύξηση στήριξης εισοδήματος χαμηλοσυνταξιούχων, εφάπαξ ενίσχυση χαμηλοεισοδηματικών νοικοκυριών τον Ιούνιο, καθώς και τα προγράμματα στεγαστικής στήριξης («Σπίτι μου ΙΙ», επιδότηση ενοικίου)- λειτουργούν, στην ουσία, ως δημοσιονομική αντιστάθμιση μιας ιδιωτικής ανισορροπίας που τα ίδια τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος καταγράφουν, χωρίς όμως να την ονομάζουν ρητά ως τέτοια.

Η ελληνική οικονομία, στα επίσημα στατιστικά της, εμφανίζεται ενιαία: ένα ΑΕΠ, ένας ρυθμός ανάπτυξης, ένας πληθωρισμός. Στην πραγματικότητα, όπως δείχνουν οι επιμέρους λογαριασμοί θεσμικών τομέων που δημοσιεύει η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος, πρόκειται για δύο παράλληλες οικονομίες που χτίζουν αντοχή με διαφορετική ταχύτητα. Καθώς η δημόσια, ευρωπαϊκή χρηματοδότηση αποσύρεται σταδιακά από το 2027 και μετά, το ερώτημα δεν είναι ποιος θα «χρηματοδοτήσει» την ανάπτυξη -αυτό παραμένει, όπως πάντα, έργο των επιχειρήσεων και των επενδυτών. Το ερώτημα είναι αν η κατανάλωση των νοικοκυριών, στην οποία η ίδια η ανάπτυξη πρόκειται να στηριχθεί περισσότερο απ’ όσο σε οποιαδήποτε άλλη συνιστώσα, διαθέτει το απόθεμα αντοχής να το σηκώσει.

 
  #LensMyWayPress — Η μεγάλη εικόνα

Η μετατόπιση καταθέσεων νοικοκυριών προς αμοιβαία κεφάλαια και άλλες εναλλακτικές τοποθετήσεις, που η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει παρενθετικά ως μερική εξήγηση της αδύναμης καταθετικής αύξησης, αξίζει δική της ανάγνωση: πόσοι Έλληνες αποταμιευτές έχουν πράγματι μεταπηδήσει σε επενδυτικά προϊόντα υψηλότερης απόδοσης, ποιο είναι το προφίλ κινδύνου που αναλαμβάνουν χωρίς επενδυτική παιδεία, και αν αυτή η «ιδιωτικοποίηση» της αποταμίευσης λειτουργεί τελικά υπέρ ή εις βάρος της χρηματοοικονομικής σταθερότητας των νοικοκυριών σε περίπτωση νέου σοκ.

 
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

Σχετικά Άρθρα