Η δυναμική και οι προοπτικές των ελληνικών τυριών στη Βελγική αγορά

✏ «Η αγορά τυριών στο Βέλγιο» – η πλήρης μελέτη του  Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Πρεσβείας μας στο Βέλγιο

 

✏ Το βελγικό εξωτερικό εμπόριο τυριών, η θέση του Βελγίου στην παγκόσμια παραγωγή και το εμπόριο τυριών, οι εισαγωγές και τα ελληνικά τυριά στη βελγική αγορά

 

 

 

 

 

 

 

Παραθέτουμε την αξιόλογη μελέτη ( Οκτωβρίου 2013) του  Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Πρεσβείας μας στο Βέλγιο, σχετικά με την αγορά τυριών του Βελγίου, το διμερές εμπόριο τυροκομικών προϊόντων, τις εισαγωγές και τις εξαγωγές (κατά την εξαετία 2007-2012) και την κατάσταση του ανταγωνισμού στις εισαγωγές (το έτος 2012). Tα κύρια συμπεράσματα της μελέτης αναφέρουν τα ακόλουθα:

 

 

 

 

«Το μερίδιο των ελληνικών εξαγωγών τυριών στις συνολικές εισαγωγές του Βελγίου διαμορφώνεται σε 0,38% το 2012 (έναντι 0,41% το 2011), σε μια βελγική αγορά η οποία εύλογα κυριαρχείται –πέραν της αξιόλογης παραγωγής ποικιλίας εγχώριων τυριών- από εισαγόμενα τυριά γειτονικών προελεύσεων, κυρίως Γαλλίας, Ολλανδίας και Γερμανίας.

 

 

 

 

Η επέκταση του υφιστάμενου μεριδίου θα απαιτήσει μεγαλύτερη, περισσότερο συντονισμένη και στοχευμένη από πλευράς Ελλήνων εξαγωγέων προσπάθεια.

 

 

 

 

Το γεγονός ότι το εμπόριο με τα κράτη μέλη της Ε.Ε. είναι απαλλαγμένο από εισαγωγικές διαδικασίες, δασμολογικά, μη δασμολογικά και άλλα τεχνικά εμπόδια, κάνει πολλούς να θεωρούν ότι το ενδοκοινοτικό εμπόριο κινείται περίπου αυτόματα.

 

 

 

 

Τούτο σαφώς δεν αληθεύει, διότι οι αναπτυγμένες και οργανωμένες αγορές της Δ. Ευρώπης, μεταξύ των οποίων το Βέλγιο, απαιτούν συνεπή και συνεχή παρουσία, αφοσίωση στην επίτευξη της στοχευμένης προσπάθειας και αφιέρωση πόρων προκειμένου να τοποθετηθούν κατάλληλα τα εξαγόμενα προϊόντα ή υπηρεσίες.

 

 

 

 

Η επίτευξη οικονομιών κλίμακας, η προσήλωση στην τήρηση διαδικασιών και προδιαγραφών και ο έντονος ανταγωνισμός είναι το τρίπτυχο που χαρακτηρίζει τις δυτικοευρωπαϊκές αγορές και βέβαια το Βέλγιο.

 

 

 

 

Από την μελέτη των γενικών τάσεων που εμφανίζουν οι ελληνικές εξαγωγές την τελευταία εξαετία, θεωρούμε κατ’ αρχάς ότι τα ελληνικά νωπά και μεταποιημένα αγροτικά προϊόντα, τα τρόφιμα και ποτά, έχουν ιδιαίτερη δυναμική και προοπτικές στην αγορά του Βελγίου, καθώς το βελγικό καταναλωτικό κοινό είναι αρκετά εξοικειωμένο με την εικόνα τους, τις γευστικές τους ιδιότητες και την ποιότητά τους, κυρίως εξαιτίας του ισχυρού βελγικού τουριστικού ρεύματος προς την χώρα μας, αλλά και της έντονης παρουσίας ελληνικού ομογενειακού στοιχείου στο Βέλγιο.

 

 

 

 

Από τις κατηγορίες τροφίμων και ποτών, σε αξιόλογα επίπεδα κινούνται κατά την υπό εξέταση περίοδο τα γαλακτοκομικά προϊόντα.

 

 

 

 

Θα πρέπει να στοχεύσουμε σε αύξηση του μεριδίου μας σε προϊόντα συστατικά του καλαθιού μεσογειακής διατροφής, όπως των κρασιών, του ελαιολάδου και των ελιών, των τυριών και γαλακτοκομικών, καθώς και των βιολογικών προϊόντων.

 

 

 

 

Τα ελληνικά τυριά διατίθενται στο Βέλγιο κυρίως μέσω του παραδοσιακού καναλιού διανομής των αγοραστών-εισαγωγέων ελληνικών τροφίμων και ποτών, οι οποίοι εν συνεχεία τροφοδοτούν εστιατόρια, κυρίως ελληνικής κουζίνας.

 

 

 

 

Ελληνικά τυριά, κυρίως φέτα, διατίθενται σε ορισμένα καταστήματα μεγάλης επιφάνειας, ενώ οι περισσότερες μεγάλες λιανεμπορικές αλυσίδες διαθέτουν ελληνική φέτα με δική τους ετικέτα (private label).

 

 

 

 

Αρκετές είναι εξάλλου οι περιπτώσεις κατάχρησης της προστατευόμενης ονομασίας «φέτα» από προϊόντα μη ελληνικής προέλευσης, τις οποίες το Γραφείο μας καταγγέλλει στις βελγικές αρχές με αποτέλεσμα την –προσωρινή έστω- συμμόρφωση των παραβατών με την σχετική κοινοτική νομοθεσία.

 

 

 

 

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι έχουμε εντοπίσει περιπτώσεις όπου εξάγεται ελληνική φέτα χύδην σε κάποια άλλη κοινοτική χώρα, συσκευάζεται εκεί με ελλιπή σήμανση περί ελληνικής ΠΟΠ και διατίθεται –και στην βελγική αγορά- με ετικέτες που ουδεμία σχέση έχουν με το περιεχόμενο, ελληνικής προέλευσης προϊόν.

 

 

 

 

Κατά την άποψή μας, τα ελληνικά τυριά, και κυρίως η φέτα, θα πρέπει να εκμεταλλευθούν την ανοδική τάση που παρουσιάζει στην βελγική αγορά η κατανάλωση τυριών από αιγοπρόβειο γάλα, ενώ θα πρέπει και άλλα εξαιρετικά γευστικά ελληνικά τυριά αιγοπρόβειας ή άλλης προέλευσης να αρχίσουν να γίνονται γνωστά στους Βέλγους καταναλωτές, αρκετοί από τους οποίους ενδεχομένως τα έχουν γευθεί επισκεπτόμενοι την χώρα μας για τις διακοπές τους.

 

 

 

 

Έμφαση θα πρέπει να δοθεί στα συσκευασμένα τυριά, τα οποία έχουν κατακτήσει την βελγική αγορά, ωστόσο θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο ανταγωνισμός για είσοδο προϊόντων στις μεγάλες λιανεμπορικές αλυσίδες είναι εξαιρετικά μεγάλος, καθώς αυτές κυριολεκτικά «σφύζουν» από γαλακτοκομικά και τυριά, ενώ και ο παράγοντας της τιμής παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο προκειμένου να τοποθετηθεί κάποιο προϊόν στα ράφια των σούπερ μάρκετ.

 

 

 

 

Και βέβαια υπάρχουν πάντοτε και άλλοι παράγοντες που δυσχεραίνουν την πρόσβαση στις μεγάλες αλυσίδες, όπως entrance fees, δοκιμαστικές περίοδοι κλπ.

 

 

 

 

Μία ενδεχομένως εναλλακτική για ορισμένους Έλληνες εξαγωγείς θα ήταν οι εκπτωτικές αλυσίδες (hard discount), και εκεί ωστόσο ο ανταγωνισμός είναι βέβαια σημαντικός.

 

 

 

 

Θετικό παράγοντα για την ενίσχυση των ελληνικών τυριών και γαλακτοκομικών θεωρούμε την κατά το τελευταίο διάστημα έντονη δραστηριοποίηση νέων ελληνικών εστιατορίων στο Βέλγιο, ορισμένα από τα οποία λειτουργούν και ως εκθετήρια ελληνικών τροφίμων και ποτών, και στον βαθμό που γίνονται γνωστά πέραν του ελληνικού κοινού, μπορούν να βοηθήσουν στο να γίνουν τα ελληνικά προϊόντα περισσότερο γνωστά στο βελγικό κοινό.

 

 

 

 

Σωστό μείγμα καλής τιμής, στοχευμένης διαφήμισης και μικρών προωθητικών δράσεων προς το βελγικό καταναλωτικό κοινό, θα βοηθήσουν το ελληνικό τυρί να εδραιώσει και επεκτείνει την θέση του στην βελγική αγορά.

 

 

 

 

Είναι γεγονός ότι καθώς φαίνεται από τα στατιστικά στοιχεία, η βελγική αγορά είναι προς το παρόν μικρή από πλευράς προτιμήσεων των καταναλωτών για τους διαφόρους τύπους ελληνικών τυριών.

 

 

 

 

Για παράδειγμα, οι συνολικές εισαγωγές φέτας, όπως εμφανίζονται στα βελγικά στατιστικά, ανήλθαν το 2012 σε μόλις 6,91 εκατ. €.

 

 

 

 

Θα πρέπει συνεπώς να επιχειρήσουμε να μεγαλώσουμε την αγορά αυτή και να εκπαιδεύσουμε τους Βέλγους καταναλωτές, ώστε να προσανατολιστούν και προς ελληνικά τυριά.

 

 

 

 

Θα πρέπει εξάλλου να υλοποιηθούν νέες μέθοδοι προσέγγισης αγοραστών-πελατών και να δημιουργηθούν συνέργειες με φορείς προώθησης των εξαγωγών, του τουρισμού, του πολιτισμού και της γαστρονομίας.

 

 

 

 

Στόχος μας πρέπει να είναι η ανάδειξη των στοιχείων εκείνων που διαφοροποιούν τα ελληνικά τυριά από τα προϊόντα του ανταγωνισμού, και αυτό μέσω μίας συνεχούς παρακολούθησης των τάσεων της αγοράς, συμμετοχών σε εμπορικές εκδηλώσεις, επαναλαμβανόμενων εξειδικευμένων παρουσιάσεων σε συνεργασία με διαιτολόγους / διατροφολόγους, γενικών παρουσιάσεων προβολής για προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ, εκδηλώσεων γαστρονομικής προβολής.

 

 

 

 

Δράσεις που θα μπορούσαν να υλοποιηθούν θα περιελάμβαναν προσκλήσεις Βέλγων αγοραστών σε κλαδικές εκθέσεις και εμπορικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα (καθώς θυμόμαστε, μια τέτοια προσπάθεια έγινε προ διετίας στο πλαίσιο του 3ου Φεστιβάλ Ελληνικού Γάλακτος και Τυριού, 21-23.10.2011), οργάνωση εργαστηρίων γαστρονομίας στο Βέλγιο, οργάνωση γευσιγνωσιών, συστηματική συμμετοχή Ελλήνων παραγωγών-εξαγωγέων τυριών και γαλακτοκομικών σε επιχειρηματικές αποστολές που πραγματοποιούνται στο Βέλγιο, μικρές αλλά επαναλαμβανόμενες δράσεις αναβάθμισης της εικόνας των ελληνικών τυριών με δημοσιεύσεις σε περιοδικά, αφίσες και promotion επιλεγμένων ελληνικών τυριών σε μεγάλα σούπερ-μάρκετ, στήριξη των ελληνικών γαλακτοκομικών προϊόντων στα ελληνικά –και κυρίως στα μη ελληνικά και στα βελγικά- εστιατόρια.»

 

 

 

 

→ Η πλήρης μελέτη εδώ :Η βελγική αγορά τυριών

 

 

 

 

 

www. My Way Press.gr

25/10/2013

Σχετικά Άρθρα