Alpha Bank: Η διατήρηση των υψηλών φορολογικών συντελεστών στην ακίνητη περιουσία εμποδίζει την δυνατότητα ανάκαμψης της αγοράς ακινήτων

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε το Υπουργείο Οικονομικών, το πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε τελικά στο 0,3% του ΑΕΠ το 2014, έναντι τεθέντος στόχου 1,5% του ΑΕΠ. Εκτιμάται ότι η υστέρηση αυτή προήλθε από την πλευρά των εσόδων, καθώς τα ταμειακά καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού ήταν μειωμένα κατά € 2,0 δισ. έναντι του στόχου που είχε τεθεί, σημειώνει το Εβδομαδιαίο Οικονομικό Δελτίο της Διευθύνσεως Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank.

 
Επιπλέον, συνεχίζει, στο δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2015, το πρωτογενές πλεόνασμα του Κρατικού Προϋπολογισμού διαμορφώνεται στα € 1,24 δισ., δηλαδή κατά € 168 εκατ. χαμηλότερα από τον στόχο που είχε τεθεί για το διάστημα αυτό. Η υστέρηση αυτή προήλθε από το μικρότερο του αναμενομένου ύψος των καθαρών εσόδων του Τακτικού Προϋπολογισμού κατά € 1,17 δισ. το δίμηνο 2015. Ωστόσο, τον Φεβρουάριο 2015 η εικόνα των εσόδων εμφανίζεται καλύτερη και μάλιστα σημειώθηκε αύξηση των εσόδων της κατηγορίας αυτής κατά 10,36% σε ετήσια βάση.

Η διαμόρφωση μικρότερου του προσδοκώμενου πρωτογενούς πλεονάσματος το 2014 δυσχεραίνει την υιοθέτηση μέτρων φορολογικής ελάφρυνσης στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας με τους ευρωπαίους εταίρους για αναθεώρηση των στόχων πρωτογενούς πλεονάσματος το 2015 (από 3% του ΑΕΠ που ισχύει με βάση τον Π2015). Αξίζει να αναφερθεί ότι ο στόχος που είχε τεθεί για τον φόρο περιουσίας εκπληρώθηκε, αφού το 2014 αλλά και τους πρώτους δύο μήνες του 2015 εισπράχθηκαν συνολικά € 2,6 δισ. Η διατήρηση, ωστόσο, των υψηλών φορολογικών συντελεστών στην ακίνητη περιουσία ως αποτέλεσμα της διαφαινόμενης δημοσιονομικής αδυναμίας εμποδίζει την δυνατότητα ανάκαμψης της αγοράς ακινήτων και των ιδιωτικών επενδύσεων ευρύτερα.

Παρά την αναζωπύρωση της αβεβαιότητας, τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν για την εξέλιξη των δεικτών της οικονομικής συγκυρίας στο τέλος του προηγούμενου έτους αλλά και του πρώτου διμήνου 2015 για τον τουρισμό, την αγορά αυτοκινήτων, την βιομηχανική παραγωγή και τις εξαγωγές είναι ενθαρρυντικά.

Η αβεβαιότητα δεν επηρέασε σημαντικά τις προ-κρατήσεις των διεθνών πρακτορείων (pre-bookings) στα ελληνικά ξενοδοχεία. Οι προ-κρατήσεις από τις κυρίες πηγές του Ελληνικού τουρισμού (Ην.Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία, Σκανδιναβικές χώρες) είναι αυξημένες σε σχέση με το περασμένο έτος και οι εκτιμήσεις για τον προγραμματισμό των αεροπορικών θέσεων εμφανίζονται σήμερα αυξημένες κατά ένα σχεδόν εκατομμύριο (στοιχεία ΣΕΤΕ). Επιπλέον, οι τουριστικές αφίξεις στο δίμηνο Ιανουαρίου–Φεβρουαρίου 2015 αυξήθηκαν κατά 25,6% σε ετήσια βάση.

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και οι πωλήσεις νέων αυτοκινήτων, που τους πρώτους δύο μήνες του έτους παρουσίασαν, σε ετήσια βάση, αύξηση κατά 18,7%.

Επίσης, τον Ιανουάριο 2015 ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής αυξήθηκε κατά 0,1%, έναντι μείωσης 3,3% τον ίδιο μήνα του 2014. Από τους επιμέρους δείκτες της βιομηχανίας, σημαντική αύξηση παρουσίασε ο δείκτης μεταποιητικής παραγωγής κατά 3,6%, σε ετήσια βάση, από μείωση 1,2%  κατά το προηγούμενο έτος. Όσον αφορά στους υποκλάδους της μεταποίησης τη μεγαλύτερη αύξηση παρουσίασαν τον Ιανουάριο 2015, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, (+74%) η καπνοβιομηχανία (+21,5%) και η παραγωγή παραγώγων πετρελαίου και άνθρακα (+15,7%).

Η θετική εξέλιξη της μεταποιητικής παραγωγής συμπλέει με την ενδυνάμωση των εξαγωγών, που κυρίως μετά τον Σεπτέμβριο 2014 αλλά ειδικότερα τον Δεκέμβριο παρουσίασαν αύξηση κατά 16%.

Η επιτάχυνση των εξαγωγών  προς το τέλος του περασμένου έτους είχε ως αποτέλεσμα την αντιστροφή της καθοδικής πορείας τους που παρατηρήθηκε στις αρχές του 2014 και της αύξησης τους (χωρίς τα καύσιμα) κατά 0,1% στο σύνολο του 2014. Από τις υποκατηγορίες των εξαγόμενων προϊόντων τη μεγαλύτερη αύξηση παρουσίασαν το 2014 τα βιομηχανικά προϊόντα στο σύνολό τους κατά 4,2% και ειδικότερα τα μηχανήματα και υλικό μεταφορών (+12,3%). Σημειώνεται δε ότι τα βιομηχανικά προϊόντα μαζί με τα καύσιμα αποτελούν και τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα κατά ποσοστό 38% και 38% αντίστοιχα (πηγή: ΕΛΣΤΑΤ). Αντίθετα, μείωση κατά 3,5% παρουσίασαν το 2014 οι εξαγωγές τροφίμων, γεγονός που οφείλεται στις μειωμένες κατά 44,8% εξαγωγές ελαιολάδου.

Επιπλέον, τον Ιανουάριο 2015 η συνολική αξία των εξαγωγών, με βάση τις εμπορευματικές συναλλαγές, ανήλθε στο ποσό των €1.863,6 εκατ., έναντι  €2.137,4 εκατ. κατά τον ίδιο μήνα του έτους 2014. Η μεταβολή των εξαγωγών χωρίς τα καύσιμα που ενσωματώνουν την πτώση των τιμών πετρελαίου, παρουσίασε αύξηση κατά €105,0 εκατ. ή 8,2%.

Σημαντική ώθηση στις εξαγωγές προς το τέλος του έτους 2014 έδωσε η υποτίμηση του Ευρώ καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό των ελληνικών εξαγωγών κατευθύνεται σε χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά ποσοστό 53%. Με βάση τα στοιχεία των εμπορευματικών συναλλαγών (ΕΛΣΤΑΤ) συνολικά το 2014 οι εξαγωγές αγαθών (χωρίς τα καύσιμα) ανήλθαν σε €16,8 δισ. αυξημένες κατά 0,9% σε σχέση με το 2013. Η θετική εξέλιξη των εξαγωγών αγαθών εκτιμάται ότι θα συνεχισθεί το 2015 δεδομένου ότι αναμένεται βελτίωση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος  και ενίσχυση του παγκόσμιου εμπορίου.

Η ανάκαμψη της δυναμικής των εξαγωγών είναι σημαντική για την στήριξη της Ελληνικής οικονομίας και ως εκ τούτου επιβάλλεται η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων στη διευκόλυνση του διασυνοριακού εμπορίου και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας. Τέλος η εμπέδωση της εμπιστοσύνης των εμπορικών εταίρων στη χώρα είναι κρίσιμη προκειμένου να μην ανασχεθεί η αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.

Σχετικά Άρθρα