Alpha Bank :Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας προ των πυλών: Προϋποθέσεις και προκλήσεις
•Ποια είναι τα σημαντικά κομμάτια στο πάζλ της ανάκαμψης
•Οι προβλέψεις για την ύφεση τα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να θεωρούνται δεδομένες
•Η αβάσιμη υπόθεση του ΔΝΤ
•Το βιώσιμο σενάριο κανονικής ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγικότητας και της απασχόλησης μετά την ύφεση
Eλλοχεύει ο κίνδυνος η οικονομία να καταστεί όμηρος υφεσιακών προσδοκιών που εν πολλοίς αυτοεκπληρώνονται
Παρά την επίπονη εξειδίκευση μέτρων περικοπής κοινωνικών κυρίως δαπανών ύψους € 11 δις περίπου, με τις συνεχείς καθυστερήσεις στις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα, ο κίνδυνος ελλοχεύει η οικονομία να καταστεί όμηρος υφεσιακών προσδοκιών που εν πολλοίς αυτοεκπληρώνονται.
Οι προβλέψεις εν προκειμένω για τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας τα επόμενα χρόνια παίζουν καθοριστικό ρόλο για την πορεία των εξελίξεων και, εν τέλει, για την βιωσιμότητα του χρέους και την έξοδο της χώρας από την κρίση.
Προφανώς, τα δημοσιονομικά μέτρα έχουν υφεσιακό χαρακτήρα.
Σύμφωνα, μάλιστα, με τις τελευταίες αναλύσεις του ΔΝΤ, ο πολλαπλασιαστής αρνητικών επιπτώσεων στην οικονομική δραστηριότητα από την δημοσιονομική προσαρμογή είναι πολύ μεγαλύτερος από ότι επιστεύετο μέχρι σήμερα.
Εξ ου και η Διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ προκρίνει πλέον να δοθεί περισσότερος χρόνος στην Ελλάδα για να μετριασθεί κάπως η επίπτωση της προσαρμογής στην οικονομία.
Στην σημερινή συγκυρία, λοιπόν, είναι επιτακτική ανάγκη να δοθεί έμφαση στην ανάκαμψη της οικονομίας, δεδομένης και της διαφαινόμενης αλλαγής στάσης του ΔΝΤ.
Το πάζλ της ανάκαμψης
Το πάζλ της ανάκαμψης απαιτεί:
• την λήψη των μέτρων των € 13,5 δις
• την εκταμίευση της δόσης των € 31,5 δις
• την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών
• την σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης
• την επανάκαμψη των καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα ως απόρροια των προηγούμενων
• την εμπροσθοβαρή εκταμίευση των χρηματοδοτικών πόρων διάσωσης που έχουν συμφωνηθεί για την άμεση πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου (€7,9 δις) στον ιδιωτικό τομέα
• την εξόφληση των γραμματίων ελληνικού δημοσίου στις τράπεζες (€ 18,5 δις) ώστε να τονωθεί η ρευστότητα της οικονομίας
• την ώθηση ιδιωτικοποιήσεων (ο κύριος μοχλός ανάπτυξης που έχει στα χέρια της η κυβέρνηση) και παρεμφερών δράσεων
• την επανεκκίνηση των μεγάλων έργων υποδομής
• την αύξηση του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων και
• την αύξηση της απορρόφησης των κοινοτικών πόρων του ΕΣΠΑ, κ.ο.κ.
Οι προβλέψεις για την ύφεση τα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να θεωρούνται δεδομένες
Συνεπώς, οι προβλέψεις για την ύφεση τα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να θεωρούνται δεδομένες.
Υπάρχουν περιθώρια να μειωθούν οι επιπτώσεις της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, εάν δεν αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η ύφεση, προσεγγίζουμε πλέον στον σκληρό πυρήνα της κοινωνικής αντοχής και της συνεπαγόμενης πολιτικής σταθερότητας.
Είναι αδιανόητο να προσπαθούμε να επιτύχουμε την βιωσιμότητα του χρέους με την ανεργία να προσεγγίζει δύο χρόνια από σήμερα το 30%.
Διότι αυτή είναι η συνέπεια του προγράμματος προσαρμογής όπως εφαρμόζεται, χωρίς αναπτυξιακή διάσταση, και με την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας να παραμένει καθηλωμένη σε ιστορικώς χαμηλό επίπεδο ως εάν να μην έχει αλλάξει τίποτα παρά την τεράστια μεταρρυθμιστική προσπάθεια που γίνεται στον τομέα των διαρθρωτικών αλλαγών.
Συγκεκριμένα, η διαφαινόμενη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (δηλαδή του πραγματικού ΑΕΠ ανά απασχολούμενο) κατά 1,7% το 2012, όπως αναφέρεται στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού του 2013, οφείλεται στη δραστική μείωση της σχετικά χαμηλής παραγωγικότητας απασχόλησης στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, η οποία έγινε δυνατή λόγω της εφαρμογής δομών πλήρους ευελιξίας και προσαρμογής στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα.
Εξαιτίας της μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας αλλά και λόγω της συνεχιζόμενης εκ βάθρων αναδιάρθρωσης του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, η θετική πορεία αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας αναμένεται να συνεχιστεί το 2013 και το 2014 και να επιταχυνθεί μετά το 2015.
Η επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας θα υλοποιηθεί όταν οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας και προϊόντων και η ουσιαστική αναδιοργάνωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων των ΔΕΚΟ, και η εξίσου σημαντική αναδιοργάνωση των κλάδων παραγωγής στον ιδιωτικό τομέα, θα έχουν ολοκληρωθεί και αφομοιωθεί πλήρως, αποκτώντας έτσι θεσμικό και μόνιμο χαρακτήρα και στην Ελλάδα.
Ειδικότερα, όσον αφορά την αναδιοργάνωση του δημόσιου τομέα σημειώνονται οι συγχωνεύσεις (με σημαντική βελτίωση της οργανωτικής τους δομής) των εφοριών και άλλων υπηρεσιών της κεντρικής διοίκησης, των ΟΤΑ, των κέντρων υγείας και νοσοκομείων, των σχολικών μονάδων, κ.ά.
Σημειώνεται επίσης η εισαγωγή της σύγχρονης τεχνολογίας παντού (ηλεκτρονική συνταγογράφηση, ηλεκτρονικές προμήθειες, ηλεκτρονική υποβολή φορολογικών δηλώσεων και τελών κυκλοφορίας, ηλεκτρονική έκδοση πιστοποιητικών και άλλων δικαιολογητικών, κ.ά.).
Επίσης, όσον αφορά την αναδιοργάνωση του ιδιωτικού τομέα σημειώνονται η δραστική μείωση του αριθμού και η βελτίωση του μεγέθους και της οργανωτικής δομής των επιχειρηματικών μονάδων σε πολλούς κλάδους παραγωγής της ελληνικής οικονομίας, ενώ κάθε επιχείρηση σε όλους τους κλάδους έχει τώρα τη δυνατότητα να εξορθολογήσει και να αναδιατάξει το εργατικό της δυναμικό σύμφωνα με τις πραγματικές παραγωγικές και επιχειρηματικές της ανάγκες.
Η αναμενόμενη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί βασικό προσδιοριστικό παράγοντα του ρυθμού ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας στην περίοδο 2013-2020
Σημειώνεται ότι η μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 1,5% στην περίοδο 1995-2012, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τα έτη της μεγάλης ύφεσης στην ελληνική οικονομία.
Μιας ύφεσης που κατά ένα μέρος μόνο μπορεί να αποδοθεί στο κόστος προσαρμογής από την εφαρμογή του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και μεταρρυθμίσεων.
Στην περίοδο της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, 1995-2007, η μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας στη χώρα ανήλθε στο εντυπωσιακό 2,8%.
Λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα τα τελευταία έτη και τη συνεπαγόμενη δραστική μείωση της απασχόλησης χαμηλής παραγωγικότητας στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα της χώρας, εκτιμάται τώρα ότι η μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια μπορεί να υπερβεί κατά πολύ το 1,7% που εκτιμάται ότι σημειώθηκε το 2012, καθώς και το 1,5% που σημειώθηκε στην περίοδο 1995- 2012 και μπορεί να επανέλθει στο 2,8% της περιόδου 1995-2007.
Η αναμενόμενη αύξηση της παραγωγικότητας κατά 1,7% το 2013-2014 και κατά υψηλότερο ποσοστό στα επόμενα έτη αποτελεί βασικό προσδιοριστικό παράγοντα του ρυθμού ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας στην περίοδο 2013-2020.
Η αβάσιμη υπόθεση του ΔΝΤ
Άλλωστε, ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας σε κάθε περίοδο προσδιορίζεται από τον εκτιμώμενο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και από τον εκτιμώμενο ρυθμό αύξησης της απασχόλησης της εργασίας.
Εάν υποθέσουμε ότι η παραγωγικότητα της εργασίας θα αυξηθεί πράγματι κατά 1,7% και το 2013, όπως συνέβη το 2012, τότε η υπόθεση του ΔΝΤ για πτώση του ΑΕΠ της χώρας μας κατά -4,0% και το 2013, συνεπάγεται πτώση της απασχόλησης κατά -5,7% και στο επόμενο έτος.
Αυτό συνεπάγεται αύξηση της ανεργίας στα 1.365 χιλ. άτομα, ή στο 27,7% του εργατικού δυναμικού το 2013, με εκτιμώμενη πτώση του εργατικού δυναμικού κατά -0,5%.
Η εκτίμηση του ΔΝΤ ότι η ανεργία θα ανέλθει στο 25,4% του εργατικού δυναμικού το 2013, παρά την πτώση του ΑΕΠ κατά -4,0%, συνεπάγεται την εκτίμηση ότι η παραγωγικότητα της εργασίας θα μειωθεί και πάλι κατά -1,4% το 2013, μετά την αύξησή της κατά 1,7% το 2012.
Η υπόθεση αυτή είναι προφανώς αβάσιμη, πολύ περισσότερο διότι το ίδιο το ΔΝΤ πιέζει στην τρέχουσα περίοδο για ακόμη μεγαλύτερη απελευθέρωση των απολύσεων, χωρίς ουσιαστικά καμιά αποζημίωση και χωρίς προειδοποίηση.
Το βέβαιο είναι ότι η πλήρης απελευθέρωση της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα από κάθε είδους περιορισμό οδήγησε στην κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας που σήμερα βιώνουμε, ιδιαίτερα το 2012.
Το να έρχεται το ΔΝΤ εκ των υστέρων και να εκτιμά ότι αυτές οι πολιτικές θα οδηγήσουν όχι μόνο σε οδυνηρή πτώση της απασχόλησης και σε δραματική αύξηση της ανεργίας χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας, αποτελεί εκτίμηση που προφανώς είναι δύσκολο να εξηγηθεί.
Η αγορά εργασίας εμφανίζει στοιχεία σταθεροποίησης ή και βελτίωσης
Όσον αφορά στις εξελίξεις στον τομέα της απασχόλησης, σημειώνεται σχετικά ότι τους τελευταίους μήνες η αγορά εργασίας εμφανίζει στοιχεία σταθεροποίησης ή και βελτίωσης.
Ειδικότερα, σημειώνεται:
α) μια μείωση του αριθμού των εγγεγραμμένων ανέργων στον ΟΑΕΔ στα 891,6 χιλ. άτομα τον Σεπτ.’12, έναντι 921,1 χιλ. ατόμων τον Ιούλ.’12,
β) μια αύξηση των αναγγελιών προσλήψεων εργαζομένων στα 235,15 χιλ. άτομα στο 3ο 3μηνο του 2012, έναντι 216,0 χιλ. ατόμων στο 3ο 3μηνο του 2011 και 236,3 χιλ. ατόμων στο 3ο 3μηνο του 2010,
γ) μια αύξηση της καθαρής ροής απασχόλησης (προσλήψεις μείον απολύσεις, μείον οικειοθελείς αποχωρήσεις εργαζομένων) κατά 34,0 χιλ. άτομα στο 9μηνο.’12, έναντι μόνο 11,1 χιλ. ατόμων στο 9μηνο.’11, και,
δ) μια αύξηση της απασχόλησης κατά 64,9 χιλ. άτομα σε μηνιαία βάση τον Ιούλ.’12 (σύμφωνα με τα μη εποχικά διορθωμένα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ) και μείωση του ποσοστού ανεργίας στο 23,6% του εργατικού δυναμικού τον Ιούλ.12 (παρά την αύξηση του εργατικού δυναμικού κατά 64,9 χιλ. άτομα), από 23,9% τον Ιούν.’12.
Η υπόθεση της Τρόικα συνεπάγεται ότι η ανεργία στην Ελλάδα θα διατηρηθεί πάνω από τα 1,1 εκατ. άτομα σε ολόκληρη της δεκαετία του 2020 και θα βρίσκεται υψηλότερα από το 23,0% του εργατικού δυναμικού ακόμη και το 2030!
Όσον αφορά τις εκτιμήσεις της Τρόικα για την αύξηση του δυνητικού ΑΕΠ της Ελλάδος, μετά από την πτώση του ΑΕΠ κατά -7,1% το 2011 και κατά επιπλέον -6,0% το 2012, το ΔΝΤ εκτιμά νέα πτώση κατά -4,0% το 2013 και πιθανότατα κατά 0,0% το 2014.
Εάν, μετά από αυτά, υποθέσουμε ότι δεν θα αλλάξουν οι εκτιμήσεις της Τρόικα του Μαρτίου 2012 για τα έτη 2015-2020 και 2021-2030, τότε, με αυτές τις υποθέσεις, η μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ στην περίοδο 2013-2020 διαμορφώνεται στο 1,5%.
Αυτό σημαίνει ότι με μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας κατά 1,7%, η μέση ετήσια μείωση της απασχόλησης θα είναι -0,2%.
Με αυτά τα δεδομένα, η ανεργία θα ανέλθει στα 1,4 εκατ. Άτομα το 2014 (28,7% του εργατικού δυναμικού) και θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, στα 1.11 εκατ. άτομα (23,1% του εργατικού δυναμικού) ακόμη και το 2020.
Επίσης, η υπόθεση της Τρόικα για αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,4% ακόμη και στην περίοδο 2021-2030 συνεπάγεται ότι η ανεργία στην Ελλάδα θα διατηρηθεί πάνω από τα 1,1 εκατ. άτομα σε ολόκληρη της δεκαετία του 2020 και θα βρίσκεται υψηλότερα από το 23,0% του εργατικού δυναμικού ακόμη και το 2030.
Σημειώνεται ότι η Ελλάδα ποτέ δεν είχε ανεργία πάνω από το 10% του εργατικού της δυναμικού παρά το ότι στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 απορρόφησε, σε νόμιμη ή παράνομη απασχόληση, άνω των 1,5 εκατ. εισερχόμενων μεταναστών και Eλλήνων από το εξωτερικό.
Η Τρόικα φαίνεται να δέχεται αβασάνιστα την εικόνα της Ελλάδος ως μία χώρα με εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα, αλλά και με χαμηλό ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας, και ταυτόχρονα με άνω των 1,1 εκατ. μόνιμα ανέργων σε ολόκληρη την περίοδο 2013-2030.
Oι προβλέψεις της Τρόικα τείνουν να παραβλέπουν το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει τώρα την ευκαιρία να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητάς της
Προβλέψεις, όμως, όπως οι ανωτέρω τείνουν να παραβλέπουν το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει τώρα την ευκαιρία να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητάς της (διαφορετικά όλες οι διαρθρωτικές αλλαγές του Μνημονίου δεν θα είχαν κανένα λόγο να γίνουν), καθώς διαθέτει πλέον ένα εξαιρετικά μεγάλο σε μέγεθος και ποιότητα άνεργο εργατικό δυναμικό (κυρίως νέοι άνθρωποι σχετικά υψηλού μορφωτικού επιπέδου) το οποίο θα επιδιώξει την εξασφάλιση πραγματικά παραγωγικής απασχόλησης στα επόμενα έτη, μόλις αποκατασταθεί η ρευστότητα στην οικονομία.
Η διαφορετική θεώρηση της πραγματικότητας
Σε μια διαφορετική θεώρηση της πραγματικότητας, εάν υποτεθεί ότι η μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ στην περίοδο 2013-2020 θα διαμορφωθεί στο 2,5%, με μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας στο 1,9% και μέση ετήσια αύξηση της απασχόλησης στο 0,6%, τότε η ανεργία μπορεί να συγκρατηθεί στα 1.260 χιλ. άτομα το 2014 (25,8% του εργατικού δυναμικού) και να μειωθεί σταδιακά στα 880 χιλ. άτομα (18,2% του εργατικού δυναμικού) το 2020.
Επιπλέον, με μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,2% στην περίοδο 2021-2030 (μέση ετήσια αύξηση παραγωγικότητας: 1,7%, μέση ετήσια αύξηση της απασχόλησης: 0,5%), η ανεργία θα συνεχίσει να μειώνεται για να διαμορφωθεί στα 500 χιλ. άτομα το 2030 (10,5% του εργατικού δυναμικού).
Το ισχύον πιθανολογούμενο σενάριο ανάπτυξης της Τρόικα δεν έχει κανένα ιστορικό προηγούμενο
Σύμφωνα με το ισχύον πιθανολογούμενο σενάριο ανάπτυξης της Τρόικα, και με μειωμένες αποκρατικοποιήσεις, το χρέος της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδος μπορεί πράγματι να υπερβεί το 130% του ΑΕΠ το 2020.
Ωστόσο, σε αυτό το σενάριο το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν θα είναι το δημόσιο χρέος, αλλά η διόγκωση της ανεργίας και η διατήρησή της σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα για πάρα πολλά έτη ή επ’ αόριστο.
Αυτό δεν είναι ένα σενάριο που μπορεί να παρατηρηθεί στην πράξη.
Άλλωστε δεν έχει κανένα ιστορικό προηγούμενο.
Το βιώσιμο σενάριο κανονικής ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγικότητας και της απασχόλησης μετά την ύφεση
Σύμφωνα με το βιώσιμο σενάριο κανονικής ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγικότητας και της απασχόλησης μετά την ύφεση, με τις αναγκαίες
αποκρατικοποιήσεις και με εξομάλυνση της λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας, το χρέος της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδος μειώνεται σε επίπεδα κάτω του 116% του ΑΕΠ το 2020 και κάτω του 60% του ΑΕΠ το 2030.
Σε αυτό το σενάριο αποκαθίσταται σταδιακά και η ομαλή λειτουργία στην αγορά εργασίας της χώρας, με την ανεργία να τίθεται σε πτωτική πορεία από το 2015 και να μειώνεται σε επίπεδα κάτω του 18% του εργατικού δυναμικού το 2020 και κάτω του 10% του εργατικού δυναμικού το 2030.
Πηγή: Εβδομαδιαίο Οικονομικό Δελτίο της Διευθύνσεως Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank της 19.10.2012.

