Αναθεώρηση Συντάγματος ή αναθεώρηση πολιτικής;

-Το μήνυμα Βενιζέλου, οι αιχμές Ράμμου και η «φυγή προς τα μπρος» του Μαξίμου
-Το πολιτικό αδιέξοδο: δεν υπάρχει αναθεώρηση χωρίς εμπιστοσύνη, και δεν υπάρχει εμπιστοσύνη όταν η αναθεώρηση φαίνεται να χρησιμοποιείται ως αντιπερισπασμός

 
Η εξαγγελία του Κυριάκου Μητσοτάκη για επίσπευση της συζήτησης περί συνταγματικής αναθεώρησης δεν άνοιξε απλώς έναν θεσμικό διάλογο. Άνοιξε —και κυρίως αποκάλυψε— ένα πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης για την αξιοπιστία των θεσμών, τη λειτουργία της Δημοκρατίας και, τελικά, για το ποιος ορίζει την ατζέντα σε μια περίοδο έντονης κυβερνητικής φθοράς.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα στο in.gr, η πρωθυπουργική πρωτοβουλία διαβάζεται ως «ύστατη προσπάθεια φυγής προς τα μπρος», με στόχο να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους της επικαιρότητας από τα σκάνδαλα, τις κοινωνικές αντιδράσεις και τις πολιτικές πληγές (ΟΠΕΚΕΠΕ, αγροτικές κινητοποιήσεις, εργατικά δυστυχήματα), σε μια «θεσμική ατζέντα» που μπορεί να παρουσιαστεί ως μεταρρυθμιστική.

Ωστόσο, η δημόσια παρέμβαση του Ευάγγελου Βενιζέλου —και σε δεύτερο επίπεδο η αιχμηρή ανάρτηση του πρώην προέδρου της ΑΔΑΕ Χρήστου Ράμμου— λειτουργούν ως θεσμικά «αντίβαρα» σε αυτό το αφήγημα. Και ταυτόχρονα ως προειδοποίηση: χωρίς πολιτική και κοινωνική συναίνεση, η συνταγματική αναθεώρηση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε τεχνική συζήτηση που κουκουλώνει την πραγματική κρίση, αντί να τη θεραπεύει.

 

  1. Το πολιτικό υπόβαθρο: όταν η αναθεώρηση γίνεται εργαλείο ατζέντας

Η χρονική επιλογή της κυβέρνησης δεν είναι ουδέτερη. Η συνταγματική αναθεώρηση, ως διαδικασία με θεσμικό βάθος και αργό ρυθμό, προσφέρεται για να δημιουργήσει «ορίζοντα» και να επαναφέρει μια αίσθηση στρατηγικού σχεδίου.

Το δημοσίευμα περιγράφει τέσσερις βασικούς πολιτικούς στόχους του Μαξίμου:

  1. Αλλαγή ατζέντας: να φύγει το δημόσιο βλέμμα από τις φθορές και τις κρίσεις.
  2. Επαναφορά του διλήμματος “Μητσοτάκης ή χάος”: με θεσμικό μανδύα.
  3. Πίεση στο ΠΑΣΟΚ: είτε να συναινέσει (και να εμφανιστεί «ουρά»), είτε να αρνηθεί (και να βαφτιστεί «αδιάλλακτο»).
  4. Επαναφορά του αφηγήματος του 2015: για να ξανακολλήσει το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο σε κεντρώα ακροατήρια.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει την αναθεώρηση ως «συνταγματική στιγμή» (constitutional moment), αλλά ως πολιτικό όχημα: ένα μέσο αναδιάταξης των συσχετισμών και ανασυγκρότησης του κυβερνητικού αφηγήματος.

  1. Το «πακέτο» Μητσοτάκη: άρθρο 16, μονιμότητα, δικαιοσύνη, άρθρο 86

Πίσω από τον γενικό λόγο περί «εκσυγχρονισμού» και «βαθέος κράτους», το περιεχόμενο των κυβερνητικών προθέσεων, όπως παρουσιάζεται στο δημοσίευμα, έχει καθαρή ιδεολογική σφραγίδα.

Άρθρο 16: ιδιωτικά πανεπιστήμια

Η κυβέρνηση επαναφέρει την αναθεώρηση του άρθρου 16, μετά την προηγούμενη νομοθετική κίνηση που χαρακτηρίζεται ως καταστρατήγηση του Συντάγματος μέσω νόμου για ιδιωτικά ΑΕΙ. Πρόκειται για επιλογή με ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό φορτίο, που δύσκολα μπορεί να γίνει πεδίο «εθνικής συναίνεσης».

Μονιμότητα δημοσίων υπαλλήλων: «αξιολόγηση» ως δούρειος ίππος

Η πρόταση εμφανίζεται ως «διαρκής αξιολόγηση» και «νέα βάση της μονιμότητας», αλλά στην πραγματικότητα παραπέμπει σε αναδιάταξη της σχέσης κράτους–υπαλλήλου.

Το κρίσιμο επιχείρημα της κριτικής που παρατίθεται είναι ότι:

  • ο Υπαλληλικός Κώδικας ήδη προβλέπει πειθαρχικές διαδικασίες και οριστική παύση,
  • άρα η συνταγματική αλλαγή δεν είναι «τεχνική αναγκαιότητα», αλλά πολιτική επιλογή με συνέπειες: πιθανή επαναφορά κομματικού κράτους και αυξημένες πιέσεις/εξαρτήσεις.

Άρθρο 86: ευθύνη υπουργών

Εδώ αναδεικνύεται η μεγάλη αντίφαση: η κυβέρνηση προτείνει αλλαγή του άρθρου 86, ενώ ταυτόχρονα —σύμφωνα με το δημοσίευμα— «οχυρώθηκε» πίσω από αυτό για να αποφύγει παραπομπές σε προανακριτική σε σκάνδαλο (ΟΠΕΚΕΠΕ). Αυτό υπονομεύει το βασικό ζητούμενο κάθε αναθεώρησης: την εμπιστοσύνη.

Ηγεσία Δικαιοσύνης

Το ΠΑΣΟΚ θέτει αλλαγή στον τρόπο επιλογής. Ο πρωθυπουργός μιλά για «συμμετοχή των δικαστών», αλλά χωρίς να αποσαφηνίζει αν αποσυνδέεται η επιλογή από την κυβέρνηση. Στο εσωτερικό της ΝΔ, η πιο καθαρή θέση του Νίκου Δένδια («ποιος μπορεί να υπερασπίζεται ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης πρέπει να επιλέγεται από την εκάστοτε κυβέρνηση;») δείχνει ότι το θέμα δεν είναι μόνο διακομματικό, αλλά και ενδοκυβερνητικό.

  1. Η παρέμβαση Βενιζέλου: «πρώτα διακυβέρνηση, μετά αναθεώρηση»

Η παρέμβαση του Ευάγγελου Βενιζέλου είναι η πιο πολιτικά «επικίνδυνη» για το Μαξίμου, γιατί δεν είναι απλώς αντιπολιτευτική· είναι θεσμική, δομική και —το κυριότερο— αποδομεί το πλαίσιο της πρωθυπουργικής πρωτοβουλίας.

Ο Βενιζέλος θέτει τρία σημεία:

(α) Ο σεβασμός προηγείται της αναθεώρησης

Η φράση λειτουργεί σαν πολιτική καρφίτσα: δεν μπορείς να εμφανίζεσαι ως θεσμικός μεταρρυθμιστής, όταν η δημόσια συζήτηση είναι γεμάτη καταγγελίες για θεσμική διολίσθηση.

Και εδώ έρχεται η ουσία:
«Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό… είναι η βαθιά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης».

Με άλλα λόγια: αν δεν αποκατασταθεί το κοινωνικό συμβόλαιο, η αναθεώρηση γίνεται «τεχνική» και κοινωνικά αδιάφορη.

(β) Η αναθεώρηση απαιτεί εμπιστοσύνη και πραγματική συναίνεση (180)

Ο Βενιζέλος υπενθυμίζει τον πυρήνα της διαδικασίας: χρειάζεται αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών και πολιτική εμπιστοσύνη.

Και μετά «χτυπάει» εκεί που πονάει:

  • όταν η Βουλή δεν μπορεί να εκλέξει μέλη ανεξάρτητων αρχών με την απαιτούμενη πλειοψηφία,
  • όταν εξελίσσεται δίκη για υποκλοπές,
  • όταν λειτουργεί εξεταστική για ΟΠΕΚΕΠΕ με τρόπο που γεννά ερωτήματα,

τότε η προϋπόθεση συναίνεσης μοιάζει προσχηματική.

(γ) «Να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη»

Εδώ βρίσκεται η πιο βαριά πολιτική φράση:

«Πρέπει η χώρα να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο».

Είναι ουσιαστικά μια προειδοποίηση για πολιτική αστάθεια ή για κρίση σχηματισμού κυβέρνησης στην επόμενη Βουλή. Με άλλα λόγια: δεν μπορείς να σχεδιάζεις αναθεώρηση, αν δεν είσαι βέβαιος ότι θα υπάρχει σταθερή κυβερνητική πλειοψηφία και θεσμική λειτουργικότητα.

  1. Η αιχμή Ράμμου: η «συνταγματολογία» είναι ήττα της πολιτικής

Ο Χρήστος Ράμμος πάει το θέμα ένα επίπεδο πιο πέρα: δεν μπαίνει στο παιχνίδι των κομματικών σκοπιμοτήτων, αλλά αμφισβητεί τη συνολική παθογένεια της διαρκούς συζήτησης περί αναθεώρησης.

Κεντρική θέση:

«Η διαρκής συνταγματολογία συνιστά πάνω απ’ όλα και κυρίως ήττα της πολιτικής».

Ο Ράμμος λέει κάτι απλό αλλά ανατρεπτικό:

  • δεν φταίει το Σύνταγμα,
  • φταίει η εργαλειακή ερμηνεία του,
  • φταίει η αδυναμία εφαρμογής του,
  • φταίει η πολιτική τάξη που μεταθέτει τη συζήτηση από την ουσία στο τεχνικό.

Παραθέτει μάλιστα παραδείγματα όπου η μη εφαρμογή είναι πολιτική επιλογή:

  • άρθρο 86 (κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπλοκάρει διώξεις),
  • άρθρο 101Α (ΑΔΑΕ και πλειοψηφίες στη Διάσκεψη των Προέδρων),
  • άρθρο 103 (υπάρχουν ήδη διαδικασίες για επίορκους/ανίκανους),
  • άρθρο 24 (η εφαρμογή του δεν εμπόδισε την ανάπτυξη αλλά οδήγησε σε υποβάθμιση).

Και τελικά προτείνει δύο συγκεκριμένες αλλαγές:

  1. αποσύνδεση επιλογής ηγεσίας δικαιοσύνης από Υπουργικό Συμβούλιο,
  2. βελτίωση άρθρου 86 ώστε να μην παρεμποδίζεται η δίωξη.

Αυτό έχει σημασία: ο Ράμμος δεν απορρίπτει την αναθεώρηση, αλλά τη θέλει χειρουργική, όχι πολιτικό σόου.

  1. Η μεγάλη εικόνα: αναθεώρηση χωρίς κοινωνική συναίνεση ισοδυναμεί με πολιτικό τρικ

Το στρατηγικό πλαίσιο που προκύπτει από τα κείμενα είναι σαφές:

  • Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη θεσμικού εκσυγχρονισμού.
  • Όμως οι θεσμικές παρεμβάσεις Βενιζέλου και Ράμμου μετατοπίζουν το κέντρο βάρους:
    • από το «τι να αλλάξουμε στο Σύνταγμα»
    • στο «ποιος παραβιάζει το πνεύμα του Συντάγματος στην πράξη».

Και εκεί βρίσκεται το πολιτικό αδιέξοδο: δεν υπάρχει αναθεώρηση χωρίς εμπιστοσύνη, και δεν υπάρχει εμπιστοσύνη όταν η αναθεώρηση φαίνεται να χρησιμοποιείται ως αντιπερισπασμός.

Η χώρα δεν βρίσκεται μπροστά σε ένα καθαρό θεσμικό δίλημμα. Βρίσκεται μπροστά σε μια κρίση θεσμικής νομιμοποίησης, όπου η συζήτηση για το Σύνταγμα κινδυνεύει να γίνει το σκηνικό, όχι η λύση.

 
Το κρίσιμο

Η αναθεώρηση του Συντάγματος, ως κορυφαία θεσμική διαδικασία, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως επικοινωνιακό «σωσίβιο». Το μήνυμα Βενιζέλου είναι σαφές: πρώτα αποκαθιστάς τη διακυβέρνηση, την εμπιστοσύνη, τη συναίνεση και τον σεβασμό των θεσμών — και μετά αγγίζεις το Σύνταγμα.

Ο Ράμμος συμπληρώνει το ίδιο επιχείρημα με άλλη γλώσσα: η μόνιμη αναθεωρητική συζήτηση υποτιμά τον συνταγματικό κανόνα και μετατρέπει την πολιτική σε τεχνική άσκηση.

Με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση μπορεί να κερδίσει χρόνο και να αλλάξει ατζέντα. Αλλά δύσκολα θα κερδίσει το κρίσιμο: τη νομιμοποίηση μιας «εθνικής» αναθεώρησης, όταν η ίδια η κοινωνία αισθάνεται ότι το κοινωνικό συμβόλαιο έχει ήδη ραγίσει.

Αν η αναθεώρηση γίνει χωρίς την προϋπόθεση που θέτει ο Βενιζέλος —«να καταστεί η χώρα έστω τυπικά διακυβερνήσιμη»— τότε δεν θα μιλάμε για θεσμική τομή, αλλά για πολιτικό ελιγμό υψηλού ρίσκου.

mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα