Γιατί το να «πυροβολείς» τον στατιστικό αγγελιοφόρο είναι αδιέξοδο (plus το Ελληνικό παράδειγμα)

Σε ένα πολιτικό τοπίο όπου τα δεδομένα συχνά μετατρέπονται σε όπλα, η ανεξαρτησία των στατιστικών υπηρεσιών αποτελεί θεμέλιο λίθο για την ορθή διαμόρφωση πολιτικής και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το πρόσφατο άρθρο του Tim Harford για τους Financial Times, με αφορμή την απόλυση της επικεφαλής του Γραφείου Στατιστικών Εργασίας (BLS) των ΗΠΑ, Erika McEntarfer, από τον Ντόναλντ Τραμπ, αναδεικνύει με δραματικό τρόπο τους κινδύνους που ελλοχεύουν όταν η πολιτική εξουσία επιλέγει να επιτεθεί στον φορέα των δυσάρεστων ειδήσεων αντί να αντιμετωπίσει την ίδια την πραγματικότητα που αυτά αποτυπώνουν.

 
Η τεσσερις όψεις της φθοράς από την πολιτική παρέμβαση

Ο συγγραφέας αναλύει τις συνέπειες της απόφασης του Τραμπ, χαρακτηρίζοντάς την ως «ξεδιάντροπη ακόμη και για τα δικά του δεδομένα», και τις ταξινομεί σε τέσσερις βασικές κατηγορίες προβλημάτων.

  1. Αποπροσανατολισμός: Η πρώτη και πιο άμεση συνέπεια είναι ότι λειτουργεί ως αντιπερισπασμός. Η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από την ουσία των απογοητευτικών οικονομικών στοιχείων σε μια κατασκευασμένη διαμάχη για την αξιοπιστία της στατιστικής υπηρεσίας.
  2. Κλονισμός της Εμπιστοσύνης των Υποστηρικτών: Ο Τραμπ στέλνει ένα σαφές μήνυμα στους υποστηρικτές του: τα επίσημα στατιστικά στοιχεία δεν είναι προϊόν μιας αμερόληπτης, επαγγελματικής διαδικασίας, αλλά πολιτικά εργαλεία. Αυτή η τακτική δεν είναι καινούργια, καθώς και στο παρελθόν είχε αμφισβητήσει τα γερμανικά στατιστικά για την εγκληματικότητα, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι οι αρχές απέκρυπταν εγκλήματα για να καλύψουν τις συνέπειες της μετανάστευσης.
  3. Η Πόρτα στην Μελλοντική Χειραγώγηση: Ενώ οι υποστηρικτές του Τραμπ μπορεί να βλέπουν την απόλυση ως τιμωρία για «πλαστά» νούμερα, οι αντίπαλοί του την ερμηνεύουν ως μια κίνηση που ανοίγει τον δρόμο για μελλοντική παραποίηση των στοιχείων. Αυτό διαβρώνει την εμπιστοσύνη ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού που μέχρι πρότινος θεωρούσε τα δεδομένα του BLS αξιόπιστα.
  4. Οι Οικονομικές Επιπτώσεις: Η τέταρτη και ίσως πιο απτή συνέπεια αφορά τους επενδυτές. Χρηματοοικονομικά προϊόντα, όπως τα ομόλογα που είναι συνδεδεμένα με τον πληθωρισμό (TIPS), εξαρτώνται άμεσα από την αξιοπιστία των εκτιμήσεων του BLS, όπως ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (CPI). Η πολιτική παρέμβαση σε έναν τόσο κρίσιμο οργανισμό «μολύνει» την αξιοπιστία των δεδομένων του, δημιουργώντας αβεβαιότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

 
Διεθνείς παραλληλισμοί και το Ελληνικό παράδειγμα

Ο Harford τονίζει ότι η τακτική της επίθεσης στον στατιστικολόγο δεν είναι αποκλειστικότητα του Τραμπ. Ανάγει την πρακτική αυτή σε ιστορικά παραδείγματα με πολύ πιο τραγικές συνέπειες, όπως η εκτέλεση του στατιστικολόγου Olimpiy Kvitkin από τον Ιωσήφ Στάλιν στη Σοβιετική Ένωση του 1937, επειδή τα αποτελέσματα της απογραφής ήταν απογοητευτικά.

Πιο πρόσφατα, η Graciela Bevacqua στην Αργεντινή, υπεύθυνη για τα στατιστικά του πληθωρισμού το 2006, υπέστη εκφοβισμό και διώχθηκε όταν αρνήθηκε να «μαγειρέψει» τα νούμερα κατ’ εντολή της κυβέρνησης του Νέστορ Κίρχνερ.

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην περίπτωση της Ελλάδας και του Ανδρέα Γεωργίου, ο οποίος ως επικεφαλής της στατιστικής υπηρεσίας μετά την οικονομική κρίση του 2008, βρέθηκε αντιμέτωπος με πολυετείς δικαστικές διώξεις. Η κατηγορία εναντίον του ήταν ότι υπονόμευσε το ελληνικό κράτος επειδή δεν ζήτησε πολιτική έγκριση για τα στοιχεία που δημοσίευσε—μια πράξη που εξισώθηκε με «στατιστική προδοσία». Όπως σημειώνει ο αρθρογράφος, οι περισσότεροι ανεξάρτητοι παρατηρητές θεωρούν τον Γεωργίου απολύτως αθώο, αλλά η περιπέτειά του λειτουργεί αποτρεπτικά για οποιονδήποτε σκέφτεται να αναλάβει μια παρόμοια θέση ευθύνης στην Ελλάδα.

Η ατέλεια των δεδομένων και η αναγκαιότητα της ανεξαρτησίας

Ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι οι στατιστικές υπηρεσίες δεν είναι αλάνθαστες. Τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οργανισμοί αυτοί αντιμετωπίζουν προβλήματα, από τη μείωση της χρηματοδότησης και τα λάθη (BLS) μέχρι την παραγωγή αναξιόπιστων ερευνών (ONS).

Ωστόσο, η λύση δεν είναι η κατάργησή τους, όπως θα πρότειναν ακραίες φιλελεύθερες φωνές σαν τον Sir John Cowperthwaite στο Χονγκ Κονγκ, ο οποίος αρνούνταν να συλλέξει οικονομικά δεδομένα για να αποτρέψει τις κυβερνητικές παρεμβάσεις. Αυτή η προσέγγιση, αν και ενδιαφέρουσα, κρίνεται μη πρακτική στη σύγχρονη εποχή, όπου οι κυβερνήσεις αναμένεται να παρεμβαίνουν συχνά.

Η πιο ρεαλιστική προσέγγιση είναι η αποδοχή της ατέλειας των δεδομένων. Ο Harford χρησιμοποιεί μια εύστοχη μεταφορά: οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μοιάζουν να «περπατούν μέσα στην ομίχλη, οπλισμένοι με έναν ψηφιακό χάρτη που συνεχώς κολλάει». Δεν είναι ιδανικό, αλλά είναι απείρως καλύτερο από το τίποτα. Η λύση του Τραμπ, που ισοδυναμεί με το να ζητάς έναν «χάρτη της Νάρνια και μετά να κλείνεις τα μάτια σου», απλώς προσφέρει έναν ακόμη αποδιοπομπαίο τράγο όταν τα πράγματα πάνε στραβά.

 
Από τη σταθερή Γη στην κινούμενη άμμο

Το άρθρο καταλήγει στο δυσοίωνο συμπέρασμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την πίεση τέτοιων πολιτικών, απομακρύνονται από το σταθερό έδαφος των αξιόπιστων δεδομένων και βαδίζουν προς την «κινούμενη άμμο της στατιστικής». Η πορεία αυτή είναι επικίνδυνη, διότι τα ανεξάρτητα, επαγγελματικά και αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία αποτελούν τον θεμέλιο λίθο για κάθε καλά πληροφορημένη πολιτική απόφαση. Όταν αυτός ο λίθος αποσύρεται, ολόκληρο το οικοδόμημα της διακυβέρνησης και της οικονομικής σταθερότητας τίθεται σε κίνδυνο.

 
Με πληροφορίες από timharford.com

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα