Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής: Το δημόσιο χρέος αιωρείται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από την ελληνική οικονομία
• Η δυναμική της ανάκαμψης είναι ακόμα ασθενής– Οι πηγές της αβεβαιότητας είναι πολλές –Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα είναι ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο -Οι υστερήσεις των μεταρρυθμίσεων μπορεί να προκαλέσουν εκ νέου άνοδο των επιτοκίων δανεισμού της χώρας
• Οι επενδύσεις εξακολουθούν να υποχωρούν- Η δημοσιονομική εξυγίανση εξακολουθεί να είναι δρόμος μετ΄ εμποδίων
• Η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να ανθεί- Σε διάφορα θέματα εξελίξεις σημειώνονται μόνο υπό την επίδραση της τρόικας
• Η χώρα πάσχει από επίμονη θεσμική αστάθεια –Το θεσμικό μας πρόβλημα είναι μείζον- Το μέγεθος των προβλημάτων της χώρας απαιτεί πιο θαρραλέα και αποφασιστική πολιτική
Η οικονομική συγκυρία τείνει να βελτιωθεί, αλλά οι αβεβαιότητες παραμένουν, εκτιμά στη νέα έκθεσή του το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, επισημαίνοντας σειρά καυτών ζητημάτων που χρονίζουν, την δυστοκία της κυβερνητικής ατολμίας και εκπέμποντας ταυτόχρονα σήμα κινδύνου για τα «κόκκινα δάνεια». Αναλυτικά η έκθεση σημειώνει:
Η οικονομική συγκυρία τείνει να βελτιωθεί, αλλά οι αβεβαιότητες παραμένουν
Το προηγούμενο τρίμηνο η κατάσταση της οικονομίας βελτιώθηκε. Όλα τα οικονομικά με-γέθη δείχνουν (και τα ερευνητικά Ινστιτούτα επιβεβαιώνουν) ότι η χώρα εισήλθε στο στάδιο της οικονομικής σταθεροποίησης και ότι είναι σχεδόν βέβαιη μια μικρή ανάκαμψη έως το τέλος του έτους. Σύμφωνα με τα νεότερα προσωρινά στοιχεία από την ΕΛ.ΣΤΑΤ, η ύφεση το πρώτο τρίμηνο του 2014 ήταν μικρότερη από την αρχική πρόβλεψη και διαμορφώθηκε στο -0,9% από το -1,1% που είχε αρχικά εκτιμηθεί1. Επίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος2 επισημαίνει ότι αν συνεχιστεί η έως τώρα τάση αποκλιμάκωσης της ύφεσης μέχρι το τέλος του έτους, το ΑΕΠ το 2014 θα παρουσιάσει αύξηση περί το 0,5%. Εν τούτοις ο ΟΟΣΑ αναμένει περαιτέρω μείωση του ΑΕΠ έστω και οριακή.
Αν δεν επιτευχθούν στο μέλλον υψηλότεροι ρυθμοί μεγέθυνσης δεν θα υπάρξει γρήγορη και αισθητή βελτίωση της απασχόλησης και, αντίστροφα, αν η ανεργία παραμείνει σε υψηλά επίπεδα θα επηρεάσει αρνητικά, μαζί με άλλους παράγοντες, τη δυνητική παραγωγή στο μέλλον.
Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΔΝΤ συμπίπτουν στην πρόβλεψη ότι θα υπάρξει μείωση του ποσοστού ανεργίας κατά 1 εκατοστιαία μονάδα το 2014 και κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες το 2015 για να πέσει στο 24-24,4%. Ωστόσο, ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι η έτσι ή αλλιώς μη ικανοποιητική βελτίωση θα είναι μικρότερη! Ας προσθέσουμε ότι δεν είναι σαφές αν και αυτή θα είναι προϊόν της δημιουργίας θέσεων εργασίας ή της μείωσης αυτών που ζητούν εργασία είτε γιατί μεταναστεύουν (πράγμα που παρατηρείται στους νέους όπου η ανεργία είναι σχεδόν διπλάσια του μέσου όρου) είτε γιατί απογοητεύονται και αποσύρονται από την αγορά εργασίας. Η εικόνα γίνεται χειρότερη αν λάβουμε υπόψη ότι το συνολικό ποσοστό απασχόλησης του πληθυσμού ηλικίας 20-64 ετών έχει μειωθεί!
Προς το παρόν, οι προβλέψεις ιδίως για ικανοποιητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης από το 2015 βαρύνονται με μεγάλες αβεβαιότητες. Με άλλα λόγια η δυναμική της ανάκαμψης είναι ακόμα ασθενής παρά την ανάσχεση της ύφεσης.
Οι πηγές της αβεβαιότητας είναι πολλές
-Πρώτον, το ζήτημα των τραπεζών, παρά τις ανακεφαλαιοποιήσεις που επιτεύχθηκαν, δεν έχει λυθεί, καθώς εκκρεμεί λύση για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία συνεχίζουν να αυξάνονται και να περιορίζουν τις δανειοδοτικές ικανότητες των τραπεζών. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2014 που ανακοίνωσε στη Βουλή των Ελλήνων ο νέος Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, τα δάνεια με καθυστέρηση άνω των 90 ημερών διαμορφώνονταν στα € 77 δισ. ή στο 36% του συνολικού χαρτοφυλακίου χορηγήσεων τον Απρίλιο έναντι 32% που ήταν πέρσι το ίδιο διάστημα. Από αυτά, τα € 42 δισ. είναι επιχειρηματικά δάνεια, τα € 25 δισ. στεγαστικά και τα € 10 δισ. καταναλωτικά δάνεια. Εάν στα παραπάνω δάνεια προστεθούν και τα ήδη αναδιαρθρωμένα που όμως έχουν ξαναγίνει μη εξυπηρετούμενα, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 40%! Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του Δ.Ν.Τ, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα είναι ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, το οποίο ξεπερνά επίπεδα άλλων χωρών που έχουν οδηγήσει σε συστημικές κρίσεις. Επίσης και συναφώς, οι χορηγήσεις δανείων από τις τράπεζες εξακολουθούν να υποχωρούν.
-Δεύτερον, οι υστερήσεις των μεταρρυθμίσεων μπορεί να προκαλέσουν εκ νέου άνοδο των επιτοκίων δανεισμού της χώρας. Πρέπει να τονισθεί ότι ακόμα και χωρίς «μνημόνιο» η χώρα θα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό εποπτεία –τη φορά τούτη των αγορών που θα αντικαταστήσουν την τρόικα– αν δεχθούμε ότι δεν θα προσφύγει στον ΕΜΣ. Αλλά το πιθανότερο είναι ότι θα προσφεύγει για δάνεια σε αυτόν ή σε κάποιο ad hoc διακρατικό «όχημα». Στην περίπτωση αυτή θα υπάρξουν νέες συμβατικές δεσμεύσεις. Η ΕΕ υπολογίζει ότι την διετία 2014-2015, οι επιπρόσθετες χρηματοδοτικές ανάγκες (additional financing requirements) της Ελλάδας θα ανέλθουν σε € 14,9 δισ. (€ 2,6 δισ. για το 2014 και € 12,3 δισ. για το 2015).5 Αν επιβεβαιωθεί, η Ελλάδα θα πρέπει ή να συνεχίσει να δανείζεται από τις διεθνείς αγορές (πράγμα που ήδη συναντά δυσκολίες) ή να προσφύγει στον ΕΜΣ που συνεπάγεται νέο πρόγραμμα προσαρμογής (και σχετική σύμβαση) σύμφωνα με τους κανόνες του μηχανισμού.
-Τρίτον, οι επενδύσεις εξακολουθούν να υποχωρούν (βλ. πιο κάτω).
-Τέταρτον, η δημοσιονομική εξυγίανση εξακολουθεί να είναι δρόμος μετ΄ εμποδίων (βλ. πιο κάτω), ενώ
-Πέμπτον, το δημόσιο χρέος αιωρείται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από την ελληνική οικονομία και κάνει επιφυλακτικούς τους σοβαρούς εγχώριους και ξένους επενδυτές.
Τις δυσκολίες της επίτευξης μιας διατηρήσιμης ανάπτυξης δείχνει ανάμεσα σε άλλα η εξαγωγική άπνοια παρά τη μείωση του εργασιακού κόστους. Προφανώς, η άπνοια οφείλεται σε σειρά ολόκληρη δομικών-θεσμικών παραγόντων όπως το υψηλό κόστος ενέργειας που επιβαρύνει το μεγαλύτερο μέρος της βαριάς βιομηχανίας, η υψηλή φορολογία και το διοικητικό κόστος.
Μια ακόμα πηγή αβεβαιότητας είναι ότι δεν έχει επιτευχθεί κάποια ελάχιστη συναίνεση ανάμεσα στις μεγάλες πολιτικές δυνάμεις του τόπου. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι η συνέχεια σε βασικά στοιχεία της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής δεν είναι σίγουρη. Ας προσθέσουμε ότι η ελληνική οικονομία παραμένει ευάλωτη σε ισχυρές εξωτερικές διαταραχές πράγμα βέβαια που δεν ευνοεί μακροπρόθεσμες επενδυτικές δεσμεύσεις στην πραγματική οικονομία. Τέτοιες διαταραχές μπορούν να προέλθουν είτε από το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον είτε από διεθνείς οικονομικές αναταράξεις σε γειτονικές χώρες π.χ. η περίπτωση της Πορτογαλικής τράπεζας Banco Espirito Santo.
Όπως σημειώσαμε, απειλητική παραμένει και η δυναμική του δημοσίου χρέους. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Bruegel, οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την εξέλιξη του λόγου χρέους προς ΑΕΠ για την Ελλάδα στηρίζονται σε παραδοχές που μπορεί να διαψευσθούν. Στην περίπτωση ακόμη και μικρών αποκλίσεων από τα πλεονάσματα ή επιτόκια δανεισμού, θα επερχόταν μια καταστροφική έκρηξη του λόγου χρέους.
Προς το παρόν και παρά κάποιες επίσημες αισιόδοξες προσδοκίες, ο λόγος χρέους εξακολουθεί να αυξάνεται. Η ΕΕ προβλέπει ότι ως το τέλος του 2014 το χρέος της γενικής κυβέρνησης από € 318,6 δισ. θα ανέλθει σε € 322,3 δισ., με συνέπεια από 175,0% να αυξηθεί σε 177,2% του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν).
Η δημοσιονομική διαχείριση αλλάζει;
Στην δημοσιονομική διαχείριση η κυβέρνηση πέτυχε την εμφανέστερη πρόοδο με τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η απόσταση από την ακαταστασία του 2009-2010 είναι εντυπωσιακή. Ήδη το 2013 επιβεβαιώθηκε ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης 0,7% του ΑΕΠ. Από το ποσό αυτό, € 1 δισ. πήγε για την αποπληρωμή χρεών, ενώ ένα μικρότερο μέρος για το λεγόμενο «κοινωνικό μέρισμα» σε ανέργους κλπ. Επίσης, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΓΛΚ το πρώτο εξάμηνο του 2014 το πρωτογενές πλεόνασμα ανέρχεται σε 0,4% του ΑΕΠ ξεπερνώντας αρχικές δεσμεύσεις του ΜΠΔΣ.
Γεγονός είναι, όμως, ότι η δημοσιονομική διαχείριση που στοχεύει σε διαρκώς αυξανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα είχε και εξακολουθεί να έχει υφεσιακές επιπτώσεις, αν και μακροχρόνια μπορεί, μαζί με άλλους παράγοντες, να ευνοήσει την ανάκαμψη. Στην ΕΕ ήδη συζητιέται γενικά η ευέλικτη ερμηνεία των στόχων για τα ελλείμματα.
Αλλά, ακόμη και στον τομέα της δημοσιονομικής διαχείρισης δεν έχουν εξαλειφθεί οι κίνδυνοι οπισθοδρόμησης: Είναι φανερό ότι οι αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων που δικαιώνουν πολλούς από τους προσφεύγοντες σε αυτά, είναι ικανές να ανοίξουν νέες τρύπες στον προϋπολογισμό.
Άλλοι κίνδυνοι έρχονται από τις αυξανόμενες ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των πολιτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, τα συνολικά χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο από φόρους ανέρχονται σήμερα σε πάνω από € 67,2 δισ.9 Μάλιστα, για την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουνίου του 2014 οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών προς το Δημόσιο ανήλθαν σε πάνω από € 6 δισ. Λόγω της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών ο ρυθμός αύξησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο αναμένεται να επιταχυνθεί τους επόμενους μήνες, καθώς θα αρχίσουν σταδιακά να εκπνέουν οι προθεσμίες για την καταβολή άλλων πέντε φόρων το τρέχον έτος: του φόρου εισοδήματος, της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, του τέλους επιτηδεύματος, του φόρου πολυτελείας και του νέου Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.). Συνολικά, εντός των προσεχών μηνών οι φορολογούμενοι θα κληθούν να καταβάλουν € 6,5 δισ. για να εξοφλήσουν όλους αυτούς τους φόρους. Από την άλλη μεριά οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της Γενικής Κυβέρνησης προς τους προμηθευτές της ανήλθαν τον Μάιο του 2014 στα € 4.590 εκατ. παρουσιάζοντας αύξηση κατά € 133 εκατ. ή κατά 2,98% σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2014 (€ 4.457 εκατ.) και αύξηση κατά € 459 εκατ. ή κατά 11,11% σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2013 (€ 4.131 εκατ.). Ωστόσο, το Μάιο σε σύγκριση με τον Απρίλιο του 2014 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της Γενικής Κυβέρνησης μειώθηκαν οριακά.
Προσθέτουμε ότι η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να ανθεί παρά τα κάποια μέτρα για την περιστολή της που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα. Εκ του αποτελέσματος κρίνουμε ότι στην πολιτική προσαρμογής η φοροδιαφυγή δεν είχε την προτεραιότητα που έπρεπε και ότι το βάρος έπεσε σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές δαπάνες. Είναι πιθανόν ότι στο ζήτημα αυτό η πολιτική δυσκολεύεται όχι μόνο λόγω εγγενών αδυναμιών, αλλά και εξαιτίας των εξής παραγόντων: (α) Της βαθιάς ύφεσης που όπως σημειώσαμε μείωσε δραματικά τα εισοδήματα, (β) της αύξησης των φόρων, (γ) του πολύ υψηλού ποσοστού αυτοαπασχολούμενων και πολύ μικρών επιχειρήσεων σε υπηρεσίες και εμπόριο (δ) της στρεβλής οικονομικής κουλτούρας τμημάτων της οικονομικής ελίτ και (ε) μιας ιστορικά διαμορφωμένης και βαθιά ριζωμένης στάσης των πολιτών σε θέματα φορολογικής διοίκησης, η οποία πάντως τροφοδοτείται από τη διάχυτη αίσθησή τους για κατάχρηση εξουσίας, αναξιοκρατία και κυρίως εκτεταμένη διαφθορά στις σχέσεις της Διοίκησης με τους φορολογούμενους πολίτες!
Στα προηγούμενα πρέπει να προστεθούν οι «αποκλίσεις» από τους στόχους που εμφανίζονται σε «μικρο-επίπεδο», σε συγκεκριμένους φορείς του Δημοσίου. Τυπικό παράδειγμα είναι ο ΟΑΣΘ που ζητά, βεβαίως με βάση την ισχύουσα νομοθεσία (!) ετήσιες επιχορηγήσεις που ξεπερνούν όχι μόνο τους στόχους της κυβέρνησης αλλά και τις επιχορηγήσεις σε αντίστοιχους φορείς άλλων πόλεων. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του αν. υπουργού Χρ. Σταϊκούρα.
Πιθανόν, παρόμοιες πιέσεις θα έλθουν και από άλλους φορείς έως το τέλος του έτους (Ανωτάτη Παιδεία, Σύστημα Υγείας-ΕΟΠΥΥ, ασφαλιστικό).Ειδικά στην ελληνική περίπτωση έχει μετ’ επιτάσεως προταθεί να δοθεί μεγαλύτερη ευχέρεια στην κυβέρνηση να δίνει δημοσιονομικά κίνητρα για να ανακάμψει ταχύτερα η οικονομία. Γεγονός είναι ότι με τις διαφαινόμενες ρυθμίσεις για το δημόσιο χρέος της χώρας (περίοδος χάριτος για πληρωμές τόκων κλπ) θα διευρυνθούν σημαντικά τα περιθώρια για αναπτυξιακές δαπάνες, αν και όλα τελούν υπό την αίρεση ότι συνεχίζονται οι μεταρρυθμίσεις (βλ. πιο κάτω).
Το νέο οικονομικό επιτελείο έχει δεσμευθεί να προχωρήσει σε «ανάλυση ευαισθησίας» για σειρά ολόκληρη φορολογικών μέτρων, δηλαδή να επαναξιολογήσει τη σχέση απόδοσης και κοινωνικού κόστους μέτρων όπως η έκτακτη εισφορά, ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης κ.α. Είναι φανερό ότι σε διάφορα θέματα (και η ανάλυση ευαισθησίας είναι ένα από αυτά) εξελίξεις σημειώνονται μόνο υπό την επίδραση της τρόικας. Ουσιαστικά αναγνωρίζεται ότι διάφορα μέτρα (με τυπικό παράδειγμα τον φόρο πετρελαίου θέρμανσης) αποφασίσθηκαν χωρίς μελέτη ή έστω σαφή εικόνα των πιθανών επιπτώσεών τους και μάλλον ad hoc, δηλαδή χωρίς να είναι ενταγμένα σε κάποιο συνεκτικό συνολικό σχέδιο. Το πρόβλημα της ποιότητας διαφόρων μέτρων είχε επισημάνει εξ αρχής το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους.
Ωστόσο το ερώτημα είναι πότε θα γίνει μια τέτοια επαναξιολόγηση ή τι περιθώρια υπάρχουν στους επόμενους μήνες να ληφθούν υπόψη τα συμπεράσματά της.
Ο νέος νόμος για τη δημοσιονομική διαχείριση και οι εξελίξεις στην ΕΕ
Η δημοσιονομική πολιτική στην Ελλάδα ασκείται μεν σήμερα ακόμα υπό την εποπτεία της τρόικας, αλλά και στο μέλλον θα υπάγεται στους νέους κανόνες που συμφωνήθηκαν στην ΕΕ με το δημοσιονομικό σύμφωνο, το τροποποιημένο ΣΣΑ κ.α. (βλ. έκθεση του ΓΠΚ Ιανουάριος 2014 για την οικονομική διακυβέρνηση). Μετά το «μνημόνιο» η χώρα θα κινείται εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου και προετοιμάζεται για αυτό με τον νόμο 4270/2014.
Το μεγάλο πρόβλημα της χώρας δεν είναι όμως τόσο η ποιότητα των νέων κανόνων, όσο η εφαρμογή τους. Η παραίτηση του ΓΓ Δημοσίων Εσόδων έδειξε ότι κάθε προσπάθεια περιορισμού της διακριτικής ευχέρειας υπουργών να παρεμβαίνουν αντιμετωπίζει μεγάλα εμπόδια. Επίσης, μας υπενθύμισε, μαζί με άλλα φαινόμενα, ότι η χώρα πάσχει από επίμονη θεσμική αστάθεια Το θεσμικό μας πρόβλημα είναι μείζον. Σχετίζεται με την επιδίωξη διατηρήσιμης ανάπτυξης. Πιθανόν, η θεσμική αστάθεια συνυφαίνεται με τις βαθύτερες αξίες και πεποιθήσεις των ατόμων όπως η έλλειψη εμπιστοσύνης και σεβασμού στους άλλους, η πεποίθηση ότι η επιτυχία δεν εξαρτάται από την ατομική προσπάθεια κλπ. Και εδώ είναι η μεγάλη δυσκολία, γιατί αυτές οι αξίες διαμορφώνονται ιστορικά και δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Η ακαδημαϊκή έρευνα έχει υποδείξει ότι οι αξίες επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας τυπικών θεσμών. Η πολιτική, η εκπαίδευση, η δικαιοσύνη και η Δημόσια Διοίκηση προσφέρονται ως πεδία δοκιμασίας της υπόθεσης αυτής. Όμως αν από κάπου πρέπει να αρχίσουμε, δεν υπάρχει άλλη λύση από την εμπέδωση σταθερών θεσμών που δίνουν τα σωστά κίνητρα και περιορίζουν αποφάσεις προς όφελος λίγων και σε βάρος των πολλών.
Θα ήταν χρήσιμο επίσης και η αντιπολίτευση να αποκρυσταλλώσει απόψεις, με βάση και τις διεθνείς εμπειρίες, σχετικά με τις θεσμικές «ασφαλιστικές δικλείδες» της δημοσιονομικής διαχείρισης και την εναρμόνισή τους με τη βασική θέση ότι η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει στην Ευρωζώνη. Επί της ουσίας, το μεγάλο θεσμικό θέμα είναι αν και ποιοι κανόνες χρειάζονται ώστε να μη εκτροχιάζεται (ποσοτικά και ποιοτικά) η δημοσιονομική διαχείριση.
Η πορεία των μεταρρυθμίσεων και οι υστερήσεις.
Το τρίμηνο που πέρασε η κυβέρνηση συνέχισε να προωθεί μέτρα που προβλέπονται στις συμφωνίες με την τρόικα, παρά τις δυσκολίες σχεδιασμού και τους πολιτικούς συμβιβασμούς. Μετά τα προαπαιτούμενα για τη δόση του Ιουνίου ακολούθησαν τα προαπαιτούμενα για τη δόση του Ιουλίου, τα οποία μετατέθηκαν για τον Αύγουστο, δηλαδή:
-Συγχώνευση υπό το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ) όλων των επικουρικών ταμείων και εφαρμογή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος από την 1/1/2015 για όλα τα Ταμεία που δεν ανήκουν αυτή την στιγμή στο ΕΤΕΑ.
-Ψήφιση πολυνομοσχεδίου για την απλοποίηση των διαδικασιών και τη μείωση των διοικητικών βαρών στο Δημόσιο.
-Δημιουργία της μικρής ΔΕΗ και εκκαθάριση όλων των οφειλών του δημοσίου προς τη ΔΕΗ),
– Ψήφιση του νόμου για τα δάση.
-Κατάργηση από 1/1/2015 της χρηματοδότησης με κοινοτικούς πόρους των επικουρικών συντάξεων Ταμείων.
-Ψήφιση του νόμου για τη χρηματοδότηση των κομμάτων και νομοθεσία για την εκδήλωση και την παρακολούθηση των περιουσιακών στοιχείων με στόχο την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Σημειώνουμε ότι η κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων και η καταπολέμηση της διαφθοράς θα εξακολουθήσουν να έχουν υψηλή προτεραιότητα στο μέλλον.
Στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων έχει καταρτισθεί ένα πρόγραμμα για το 2014. Ο ι ιδιωτικοποιήσεις έγιναν το πρώτο εξάμηνο του 2014, όμως γενικά δεν τηρείται το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα. Στο μεταξύ, ορισμένες αποφάσεις τροποποιούνται επί το θετικότερο. Π.χ. η κυβέρνηση αναθεώρησε τα σχέδια για πλήρη ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ύδρευσης σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ) και ανήγγειλε ότι ναι μεν θα επιδιώξει την είσοδο στρατηγικών επενδυτών σε αυτές, αλλά θα διατηρήσει πλειοψηφικό πακέτο και, συνεπώς, τον δημόσιο έλεγχό τους. Γεγονός είναι ότι οι πλήρεις ιδιωτικοποιήσεις μονοπωλίων είναι θεωρητικά αμφισβητούμενες, ενώ οι εμπειρίες που είχαν άλλες χώρες ειδικά με τις πωλήσεις εταιρειών ύδρευσης πόλεων ήταν μάλλον κακές. Επίσης, η κυβέρνηση εξέπεμπε αντιφατικά μηνύματα μετά τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον ανασχηματισμό. Από τη μια επιβεβαίωσε ότι εμμένει στους (μακροοι-κονομικούς) στόχους των προγραμμάτων προσαρμογής, όπως έχει συμφωνήσει με την «τρόικα», π.χ. με την επιλογή του καθηγητή κ. Χαρδούβελη ως υπουργού οικονομικών και με την τήρηση των έξι «προαπαιτούμενων» του Ιουνίου, από την άλλη όμως επιζήτησε να ανακτήσει πολιτικό έδαφος τροποποιώντας διάφορα ή κάνοντας διάφορους συμβιβασμούς, που αποδυνάμωναν ορισμένες μεταρρυθμίσεις ή έκαναν αβέβαιη την αποτελεσματικότητά τους. Όπως δήλωσε πρόσφατα και ο πρώην υπουργός ανάπτυξης Κ. Χατζηδάκης αναφερόμενος ενδεικτικά στη ρύθμιση για το γάλα, «η ρύθμιση που πέρασε τελικά δεν ή-ταν η δική μας πρόταση, ήταν ρύθμιση που υποστηρίχθηκε από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και την ομάδα των βουλευτών που αντιδρούσε. Από τότε είχα επισημάνει ότι η ρύθμιση αυτή μπορεί να μη λειτουργούσε…»
Γενικά, ο τρόπος με τον οποίο κατατίθενται πάσης φύσης τροπολογίες σε διάφορα νομοσχέδια δείχνει πως τελικά νοθεύονται πολλές μεταρρυθμίσεις. Γενικά, φαίνεται ότι υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα σε «γενικά πλαίσια πολιτικής» και «μικρο-ρυθμίσεις» που αν δεν κλείσει θα απειλήσει και τα πρώτα. Οι «μικρο-ρυθμίσεις» εισάγονται συχνά με πάσης φύσης τροπολογίες σε νόμους ή με υπουργικές αποφάσεις. Ακόμα και στα προαπαιτούμενα του Ιουνίου παρατηρούμε τέτοιες μικρο-ρυθμίσεις που δεν είναι συμβατές με τους επιδιωκόμενους στόχους π.χ. την απάλειψη του διαχωρισμού εμπόρων και παραγωγών στις λαϊκές αγορές και την αναβολή αποφάσεων για τους φόρους υπέρ τρίτων, καθώς η κυβέρνηση κάλεσε τους πολίτες να της υποδείξουν τέτοιους φόρους που θα καταργηθούν!
Τη μεταρρυθμιστική δυστοκία επισημαίνουν όσοι έρχονται σε επαφή με τη γραφειοκρατία και την πολιτική στη χώρα. Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Werner Hoyer, πρόεδρος της ΕΤΕπ, η οποία δανείζεται στις αγορές για να δανείζει με ευνοϊκούς όρους προς χρηματοδότηση μεγάλων έργων και ΜμΕ, δήλωνε ότι «ήμασταν σε θέση να χρηματοδοτήσουμε την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων εδώ και χρόνια, αλλά η κατάσταση με τα συμβόλαια και τις παραχωρήσεις ήταν καταστροφική και μας πήρε χρόνια να καθαρίσουμε το τοπίο και να προχωρήσουμε».
Στο μεταξύ, οι εταιρείες του εξωτερικού που ενδιαφέρονται να επενδύσουν στο φυσικό αέριο, προβάλλουν σε κλειστές συναντήσεις με Έλληνες αξιωματούχους το αίτημα «για ακριβές χρονοδιάγραμμα, σαφείς όρους και διαφανές σύστημα αξιολόγησης». Αυτό επιβεβαιώνει το πρόβλημα που έχει η χώρα σε θέματα διαφάνειας.
Επίσης, οι συνεχείς φορολογικοί ανασχεδιασμοί (δεν υπάρχει μέρα που να μη εξαγγέλλεται κάποια αλλαγή στη φορολογική νομοθεσία ή στις ερμηνευτικές της εγκυκλίους), αποτελούν μια πρακτική που απλά χειροτερεύει το ήδη υπάρχον κλίμα δυσπιστίας.
Δεν υποτιμούμε τις δυσκολίες στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, ούτε τη σημασία πολλών μέτρων που λήφθηκαν έως τώρα και μάλιστα παρά την αντίθεση της κοινής γνώμης. Αλλά το μέγεθος των προβλημάτων της χώρας απαιτεί πιο θαρραλέα και αποφασιστική πολιτική. Αναμφισβήτητα πρόκειται για μια διαδικασία μεγάλης κλίμακας που θίγει τις περισσότερες κοινωνικές ομάδες και κινητοποιεί οργανωμένα συμφέροντα εντός του κράτους και γύρω από αυτό για την προάσπιση του status quo ante. Γεγονός είναι, επίσης ότι οι ικανότητες σχεδιασμού τέτοιας κλίμακας πολιτικών ήταν περιορισμένες και, επιπλέον, υπήρχαν ισχυρές αντιστάσεις εναντίον της τεχνικής βοήθειας. Σε όλα τα στάδια διαμόρφωσης της πολιτικής – σχεδιασμό, ψήφιση νόμων, εφαρμογή, αξιολόγηση αποτελεσμάτων – παρεμβαίνουν όσοι θίγονται ή όσοι επιζητούν να φορτώσουν σε άλλους το κόστος της προσαρμογής με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση και ασάφεια για το τι ισχύει, με ποιο αποτέλεσμα και τι δεν ισχύει.
Αλλά, ακόμα και αν οι μεταρρυθμίσεις είχαν προχωρήσει κανονικά, οι θετικές επιπτώσεις στην οικονομία θα ήταν περιορισμένες κατ’ αρχάς λόγω του τεράστιου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους που αιωρείται απειλητικά, αλλά και των άλλων παραγόντων που αναφέραμε στην αρχή. Εδώ προσθέτουμε και το γενικευμένο κλίμα δυσπιστίας, παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις εμπιστοσύνης, οικονομικών παραγόντων. Θα χρειασθούν εξαιρετικές προσπάθειες για να αντιμετωπισθεί η κρίση εμπιστοσύνης, την οποία τροφοδοτούν πελατειακές πρακτικές, συνεχείς αλλαγές πολιτικής που προκαλούν προσχώματα και κινδύνους σε κάθε σοβαρό επιχειρηματία (όπως έδειξαν οι πολιτικοί χειρισμοί για τα φωτοβολταϊκά και το επενδυτικό σχέδιο για συνδέσεις με υδροπλάνα) και η γενικευμένη αίσθηση άνισης κατανομής βαρών.
Η επενδυτική άπνοια.
Ενώ οι επενδύσεις ως μοχλός ανάπτυξης θα μπορούσαν να συμβάλλουν καθοριστικά στην οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας, παρουσιάζουν συνεχή μείωση τα τελευταία χρόνια. O ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου, που έφτασε στο ύψος ρεκόρ των € 59 δισ. (26,7% του ΑΕΠ) το 2007, έχει έκτοτε πτωτική τάση φτάνοντας στα € 23,6 δισ. το 2013 (13% του ΑΕΠ). Χωρίς ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων σε ευρεία βάση, η διαφαινόμενη ανάκαμψη δεν θα είναι διατηρήσιμη. Επομένως η έμφαση στις ιδιωτικές επενδύσεις θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη.
Σημαντικός όμως θα είναι και ο ρόλος των δημοσίων επενδύσεων. Δημιουργούν τις υποδομές που απαιτούνται για την ανάπτυξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων, αρκεί να εντάσσονται σε κάποιο συνεκτικό σχέδιο, να μην είναι προϊόν αδιαφανών «συμπαιγνιών» και να μην υπακούουν στη λογική του «ποτιστηριού».
Επίσης πολλαπλασιάζονται οι φωνές που ζητούν κάποια οργανωμένη επενδυτική πρωτοβουλία σε ολόκληρη της Ευρωζώνη (και Ευρώπη) που επίσης χαρακτηρίζεται από σχετική βέβαια εξασθένιση της ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας. Χαρακτηριστικές είναι οι πρόσφατες δηλώσεις του Mario Draghi για στοχευμένη χρηματοδότηση ΜμΕ και του Jean-Claude Juncker για χρηματοδοτική στήριξη χωρών που προωθούν επώδυνες μεταρρυθμίσεις! Συμπεραίνουμε ότι το ευρωπαϊκό περιβάλλον γίνεται ευνοϊκότερο για την εφαρμογή αναπτυξιακής πολιτικής στην Ελλάδα (και σε άλλα κράτη μέλη), αλλά θα πρέπει η χώρα να είναι σε θέση να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες του. Οπωσδήποτε, το ΕΣΠΑ και το νεοϊδρυθέν Επενδυτικό Ταμείο, με τη συμμετοχή γερμανικών και γαλλικών κεφαλαίων, θα μπορούσαν να συνεισφέρουν προς την ίδια κατεύθυνση. Συναφώς θα ήταν δυνατό να αξιοποιηθούν δεκάδες μελετών που έχουν γίνει για τομείς προτεραιότητας της χώρας και περιλαμβάνουν συγκεκριμένες λύσεις (πολλές από τις οποίες δεν κοστίζουν) ώστε το σχέδιο να πάρει συγκεκριμένη μορφή και να πείσει την υγιή επιχειρηματικότητα.
INFO


