Η Ελλάδα στον ενεργειακό χάρτη των Βαλκανίων: Το στοίχημα της διασύνδεσης και η νέα γεωπολιτική οικονομία της ενέργειας

Το νέο project του ΟΟΣΑ αναδεικνύει τις τεράστιες ευκαιρίες αλλά και τις θεσμικές και γεωπολιτικές αδυναμίες της ενεργειακής ολοκλήρωσης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή ασφάλεια, η πράσινη μετάβαση και η γεωπολιτική σταθερότητα αποτελούν αλληλένδετες προκλήσεις για την Ευρώπη, η Νοτιοανατολική Ευρώπη αναδεικνύεται σε κομβικό πεδίο στρατηγικών εξελίξεων. Το νέο πρόγραμμα του ΟΟΣΑ με τίτλο «Electricity, Digital and Regional Interconnectivity in South East Europe», που παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη, επιχειρεί να χαρτογραφήσει τον δρόμο προς μια πιο ολοκληρωμένη και ανθεκτική ενεργειακή αγορά στην περιοχή, με την Ελλάδα να εμφανίζεται πλέον ως ένας από τους βασικούς πυλώνες της διαδικασίας αυτής.

Η πρωτοβουλία αυτή δεν αφορά μόνο τεχνικές ενεργειακές διασυνδέσεις. Αποτυπώνει ένα ευρύτερο στρατηγικό εγχείρημα οικονομικής ολοκλήρωσης των Βαλκανίων, το οποίο συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή προοπτική της περιοχής, την ενεργειακή μετάβαση και τη γεωπολιτική σταθερότητα.

 
Η ενεργειακή μετάβαση της Ελλάδας και η ανάδειξή της σε περιφερειακό κόμβο

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της εκδήλωσης ήταν ότι η Ελλάδα έχει μετασχηματίσει ριζικά το ενεργειακό της μοντέλο την τελευταία εικοσαετία. Σύμφωνα με τον υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκο Τσάφο, η συμμετοχή του λιγνίτη στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έχει μειωθεί από περίπου 60% πριν από είκοσι χρόνια σε λιγότερο από 5% σήμερα, ενώ περισσότερο από το μισό της παραγωγής προέρχεται πλέον από ηλιακή και αιολική ενέργεια.

Η εξέλιξη αυτή είχε διπλή επίδραση. Αφενός, ενίσχυσε την πράσινη μετάβαση της χώρας. Αφετέρου, επέτρεψε στην Ελλάδα να μετατραπεί από καθαρό εισαγωγέα σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, δημιουργώντας έσοδα που εκτιμώνται περίπου στα 400 εκατ. ευρώ ετησίως.

Η αλλαγή αυτή δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι και γεωπολιτική. Για δεκαετίες η Ελλάδα θεωρούνταν ενεργειακά «απομονωμένη» στο άκρο του ευρωπαϊκού συστήματος. Σήμερα, μέσω επενδύσεων σε διασυνδέσεις και υποδομές, επιδιώκει να εξελιχθεί σε ενεργειακό κόμβο που θα μεταφέρει πράσινη ενέργεια από τη Βόρεια Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη προς την ευρωπαϊκή αγορά.

 
Το ενεργειακό χάσμα των Βαλκανίων

Ωστόσο, η δυναμική αυτή συνυπάρχει με σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες στην ευρύτερη περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, μόλις το 48% των προτύπων της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς έχει εφαρμοστεί στις έξι χώρες της περιοχής.

Παράλληλα, καταγράφονται τρεις κρίσιμες υστερήσεις:

  • Απαρχαιωμένες υποδομές, με απώλειες ενέργειας στα δίκτυα που φτάνουν το 14%, σχεδόν τριπλάσιες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
  • Υπερεξάρτηση από τον λιγνίτη, ο οποίος καλύπτει περίπου το 54% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
  • Υποαξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών, καθώς αξιοποιείται μόλις το 4% του ηλιακού και το 2% του αιολικού δυναμικού της περιοχής.

Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν το μέγεθος της επενδυτικής και θεσμικής πρόκλησης: τα Βαλκάνια καλούνται να πραγματοποιήσουν σε μία δεκαετία έναν ενεργειακό μετασχηματισμό που στην υπόλοιπη Ευρώπη χρειάστηκε πολλές δεκαετίες.

 
Διασυνδέσεις: τεχνικό έργο ή γεωπολιτική εξίσωση;

Η ενεργειακή ολοκλήρωση της περιοχής δεν αποτελεί απλώς ζήτημα υποδομών. Όπως επισήμαναν αρκετοί ειδικοί, η πρόοδος συχνά σκοντάφτει σε πολιτικές αντιθέσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διασύνδεση του Κοσόβου με τη Σερβία, όπου περίπου το 25% των διασυνοριακών δυνατοτήτων μεταφοράς ενέργειας δεν αξιοποιείται εμπορικά λόγω πολιτικών εντάσεων.

Αναλυτές υπογράμμισαν ότι οι ενεργειακές υποδομές λειτουργούν συχνά ως εργαλεία γεωπολιτικής επιρροής. Η αναβάθμιση του ελληνικού ενεργειακού συστήματος, για παράδειγμα, ενισχύει την περιφερειακή ασφάλεια, αλλά μπορεί ταυτόχρονα να δημιουργεί αίσθημα εξάρτησης σε ορισμένες γειτονικές χώρες.

Αυτό εξηγεί γιατί, παρά την τεχνική ετοιμότητα πολλών έργων, η υλοποίησή τους καθυστερεί λόγω διαφοροποιημένων εθνικών προτεραιοτήτων και γεωπολιτικών ευαισθησιών.

 
Η ψηφιοποίηση των δικτύων: ο κρυφός παράγοντας της ενεργειακής μετάβασης

Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας που αναδείχθηκε είναι η ανάγκη εκσυγχρονισμού και ψηφιοποίησης των ενεργειακών δικτύων.

Η ενσωμάτωση μεγάλων ποσοτήτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας απαιτεί:

  • έξυπνα δίκτυα,
  • συστήματα πρόβλεψης παραγωγής μέσω τεχνητής νοημοσύνης,
  • ψηφιακά εργαλεία συντονισμού σε πραγματικό χρόνο.

Η Ελλάδα έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντικές επενδύσεις σε αυτή την κατεύθυνση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υποβρύχια ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης, έργο προϋπολογισμού 1,1 δισ. ευρώ που συγκαταλέγεται στις βαθύτερες διασυνδέσεις παγκοσμίως και μειώνει τις εκπομπές CO₂ κατά 1,5 εκατ. τόνους ετησίως.

 
Το μεγάλο επενδυτικό στοίχημα

Παρά τις ευκαιρίες, η ενεργειακή μετάβαση της περιοχής απαιτεί τεράστιους οικονομικούς πόρους.

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει ήδη δεσμεύσει 100 δισ. ευρώ για έργα που ενισχύουν την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και ενεργειακή ασφάλεια, εκ των οποίων 11 δισ. ευρώ αφορούν έργα διασύνδεσης.

Ωστόσο, οι επενδυτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικούς κινδύνους:

  • πολιτική αστάθεια σε ορισμένες χώρες,
  • συχνές αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο,
  • μεγάλους χρόνους υλοποίησης έργων.

Για τον λόγο αυτό, προκρίνεται η χρήση μικτών χρηματοδοτικών εργαλείων, που συνδυάζουν δημόσια κεφάλαια, ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και ιδιωτικές επενδύσεις.

 
Η στρατηγική σημασία της ενεργειακής ολοκλήρωσης

Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 60% έως το 2030, κυρίως λόγω της ηλεκτροκίνησης, των βιομηχανικών μετασχηματισμών και της ανάπτυξης κέντρων δεδομένων.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Νοτιοανατολική Ευρώπη μπορεί να μετατραπεί από περιφέρεια ενεργειακής εξάρτησης σε νέο πυλώνα παραγωγής και διακίνησης πράσινης ενέργειας.

Η προϋπόθεση, όμως, είναι σαφής:
κανένα κράτος δεν μπορεί να πετύχει μόνο του την ενεργειακή ασφάλεια.

 
Το ευρύτερο μήνυμα: οικονομική συνεργασία αντί γεωπολιτικών ανταγωνισμών

Η πρωτοβουλία του ΟΟΣΑ αποτυπώνει μια βαθύτερη στρατηγική λογική. Η οικονομική διασύνδεση της περιοχής μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στους ιστορικούς ανταγωνισμούς των Βαλκανίων, ενισχύοντας την περιφερειακή σταθερότητα και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Για την Ελλάδα, η συγκυρία αυτή συνιστά μια σημαντική ευκαιρία: να μετατρέψει την ενεργειακή της μετάβαση σε γεωοικονομικό πλεονέκτημα, ενισχύοντας τον ρόλο της ως γέφυρας ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο.

Το πραγματικό ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα υπάρξει ενεργειακή ολοκλήρωση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το ερώτημα είναι ποιος θα διαμορφώσει τους κανόνες του νέου ενεργειακού χάρτη της περιοχής.

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

 
Info photo

Γιώργος Παγουλάτος, Πρέσβης της Ελλάδας στον ΟΟΣΑ και Πρόεδρος του OECD Friends of South East Europe

Σχετικά Άρθρα