Όταν η κυβέρνηση πυροβολεί τον κριτή — και στοχεύει τη χώρα

Υπάρχει μια παλιά τακτική στην ελληνική πολιτική: όταν η έρευνα πλησιάζει επικίνδυνα, η κυβέρνηση δεν αμύνεται στα πράγματα — αμφισβητεί τον διαιτητή.

 
Η πρόσφατη δημόσια αντιπαράθεση κυβερνητικών στελεχών με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) δεν είναι απλώς κακογουστιά ή πολιτική αδεξιότητα. Είναι θεσμικό ατύχημα με επιπτώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τον εγχώριο κύκλο αλληλοκατηγοριών. Και το χειρότερο: φαίνεται ότι κανείς δεν το αντιλαμβάνεται — ή δεν θέλει να το αντιληφθεί.

Η EPPO δεν είναι ένα τοπικό εισαγγελικό γραφείο που μπορεί κανείς να το αποδομήσει με δελτία Τύπου και κατηγορίες περί «πολιτικοποίησης». Είναι ένας κοινοτικός θεσμός, με ευθεία αρμοδιότητα επί της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ — δηλαδή, μεταξύ άλλων, επί κάθε ευρώ κοινοτικής χρηματοδότησης που φτάνει στην Ελλάδα. Κάθε πολιτικός που επιλέγει να επιτεθεί δημόσια στη νομιμοποίησή της, ρισκάρει να στείλει σε εταίρους, επενδυτές και αξιολογητές ένα μήνυμα ξεκάθαρο: η χώρα αυτή αντιστέκεται στην εποπτεία όταν τη συμφέρει.

 
Το πρότυπο είναι γνωστό — και ανησυχητικό

Η λογική της επίθεσης στον θεσμό αντί στα επιχειρήματά του έχει πρότυπο. Το έχουμε δει σε χώρες που σήμερα αντιμετωπίζουν κυρώσεις ή διαδικασίες άρθρου 7 στην ΕΕ. Το σχήμα είναι πάντα το ίδιο: αρχικά αμφισβητείται η ουδετερότητα του κριτή, έπειτα αναπτύσσεται αφήγημα εθνικής θυματοποίησης, και τελικά η ίδια η έρευνα καθίσταται «πολιτικό όπλο». Το αποτέλεσμα; Οι έρευνες δεν σταματούν. Αλλά η χώρα χάνει αξιοπιστία.

Στην Ελλάδα του 2026 — μια χώρα που μόλις πέρασε μια δεκαετία εξευτελιστικής επιτήρησης, που αγωνίζεται να κερδίσει επενδυτική αξιοπιστία, που έχει ανάγκη από κάθε ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης — η αντιπαράθεση με ευρωπαϊκούς θεσμούς δεν είναι απλώς ανόητη. Είναι αυτοτραυματισμός.

 
Το οικονομικό κόστος της θεσμικής επιθετικότητας

Οι επενδυτές — ιδίως οι θεσμικοί — δεν αξιολογούν μόνο spreadsheets. Αξιολογούν περιβάλλον: πόσο προβλέψιμο είναι το δικαστικό σύστημα, πόσο σέβεται η κυβέρνηση τις εποπτικές αρχές, αν ο νόμος εφαρμόζεται ανεξαρτήτως πολιτικής σκοπιμότητας. Μια κυβέρνηση που φαίνεται να κινητοποιείται εναντίον ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής επειδή η αρχή αυτή ερευνά υποθέσεις με πολιτικά ευαίσθητες διαστάσεις, δεν εκπέμπει εμπιστοσύνη — εκπέμπει κίνδυνο.

Και ο κίνδυνος αυτός μεταφράζεται: σε υψηλότερο risk premium, σε αδύναμη θέση στις διαπραγματεύσεις για κονδύλια, σε εκτεθειμένη διπλωματική εικόνα σε μια στιγμή που η Ελλάδα έχει ανάγκη να μοιάζει με χώρα που έχει βγάλει συμπεράσματα από το παρελθόν.

 
Η διαφορά ανάμεσα στην κριτική και στην εκδίκηση

Να είμαστε σαφείς: κανείς θεσμός δεν είναι απρόσβλητος από κριτική. Και η EPPO, ως νέος οργανισμός, δεν αποτελεί εξαίρεση. Νόμιμη κριτική σημαίνει: ανάδειξη διαδικαστικών ζητημάτων, αίτηση διαφάνειας, χρήση των νομικών οδών αμφισβήτησης. Αυτό είναι δικαίωμα κάθε κράτους-μέλους.

Αυτό που δεν είναι αποδεκτό — ούτε νόμιμα, ούτε πολιτικά, ούτε ηθικά — είναι η δημόσια χλεύη της νομιμοποίησης ενός ευρωπαϊκού οργάνου από κυβερνητικά χείλη, τη στιγμή ακριβώς που αυτό το όργανο ασκεί τον ρόλο του. Αυτό δεν είναι κριτική. Είναι πίεση. Και η πίεση σε εισαγγελικές αρχές έχει άλλο όνομα.

 
Τι κρίνεται τελικά

Κάθε φορά που μια κυβέρνηση επιλέγει να συγκρουστεί με θεσμό αντί να απαντήσει ουσιαστικά στα ερωτήματα που αυτός θέτει, αυτομάτως μετατοπίζει την ατζέντα — αλλά δεν την εξαλείφει. Τα ερωτήματα παραμένουν. Η εικόνα χειροτερεύει. Και το κόστος πληρώνεται από τη χώρα, όχι από τα στελέχη που έκαναν τις δηλώσεις.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που αγωνίστηκε σκληρά και επώδυνα να ξαναχτίσει θεσμική αξιοπιστία. Αυτή η αξιοπιστία δεν είναι δεδομένη. Χτίζεται με υπομονή και κατεδαφίζεται με βιασύνη — μερικές φορές με μια και μόνο συνέντευξη.

Το ερώτημα δεν είναι αν η EPPO κάνει λάθη. Το ερώτημα είναι: ποιος πληρώνει την επιλογή να της κηρύξεις πόλεμο δημόσια — εσύ, ή η χώρα;

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα