ΟΟΣΑ: Η εύθραυστη φύση της παγκόσμιας οικονομίας απαιτεί συντονισμένες δράσεις
Οι εμπορικές διενέξεις πλήττουν σοβαρά μεταποίηση και επενδύσεις
Η παγκόσμια ανάπτυξη επιβραδύνθηκε απότομα στα τέλη του 2018 με αποτέλεσμα η δυναμικότητά της να εξασθενήσει αισθητά στους πρώτους μήνες του 2019 και η οικονομική δραστηριότητα να παραμείνει σταθερή εν μέσω εμπορικών εντάσεων. Η σημειωθείσα κλιμάκωση των εμπορικών συγκρούσεων αλλά και οι αδυναμίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος διεθνώς, αποτελούν σημαντικές απειλές για την οικονομική δραστηριότητα, καθώς υπονομεύουν τις επενδύσεις και το κλίμα εμπιστοσύνης, Όσον αφορά το εμπόριο και τις επενδύσεις υπάρχουν ενδείξεις, ότι έχουν αρχίσει να επιβραδύνονται κυρίως στην Ευρώπη και στην Ασία ενώ η εμπιστοσύνη παραγωγών και καταναλωτών έχει αρχίσει να κλονίζεται, γεγονός που αποτυπώνεται στην πορεία των δεικτών μεταποίησης. Υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων οικονομικών συνθηκών, οι χρηματοπιστωτικές διεργασίες αποκτούν μεγαλύτερη ευελιξία, καθώς οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα διευκολυντικό νομισματικό περιβάλλον ενώ η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική συνεισφέρει αναπτυξιακά κίνητρα σε ορισμένες μόνο οικονομίες. Η χαμηλή ανεργία και η μικρή άνοδος των μισθών στις μεγάλες οικονομίες συνεχίζουν να υποστηρίζουν τα εισοδήματα και την κατανάλωση των νοικοκυριών. Αξίζει να επισημανθεί ότι το περασμένο έτος παρατηρήθηκε ένας συγχρονισμός της ανοδικής φάσης του οικονομικού κύκλου σε πολλές χώρες, ο οποίος στην πορεία άρχισε να περιορίζεται ανάλογα με την έκθεση που είχε η κάθε χώρα στις εμπορικές διενέξεις, στις δημοσιονομικές της δυνατότητες και στην πολιτική αβεβαιότητα που ενδεχομένως είχε να αντιμετωπίσει.
Ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) στην πρόσφατη οικονομική του έκθεση Economic Outlook May 2019, προβλέπει ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί στο 3,2% το 2019 και θα βελτιωθεί οριακά στο 3,4% το 2020, παραμένοντας ωστόσο πολύ χαμηλότερα από τους αναπτυξιακούς ρυθμούς που είχε καταγράψει στην περίοδο 2017-18. Σημειώνεται ότι το 2018 το παγκόσμιο ΑΕΠ είχε σημειώσει αύξηση κατά 3,5%. Ο τομέας της μεταποίησης, στον οποίο εμπλέκονται παγκόσμιες προμηθευτικές αλυσίδες, έχει δεχθεί ισχυρά πλήγματα εξαιτίας των επιβληθέντων δασμολογικών επιβαρύνσεων αλλά και τη σχετιζόμενη αβεβαιότητα για το μέλλον των εμπορικών σχέσεων. Η αύξηση των επιχειρηματικών επενδύσεων, η οποία συνδέεται επίσης στενά με το εμπόριο, προβλέπεται να επιβραδυνθεί σε μόλις 1% ετησίως κατά το χρονικό διάστημα 2019-20, από περίπου 3½% ετησίως κατά τη διάρκεια της περιόδου 2017-18.
Ωστόσο, ο τομέας των υπηρεσιών, ο οποίος δεν είναι άμεσα σχετιζόμενος με την εμπορική δραστηριότητα και στον οποίο σημειώνεται η δημιουργία των περισσότερων θέσεων απασχόλησης, συνεχίζει να αναπτύσσεται με ικανοποιητικό ρυθμό. Παράλληλα, η ανάπτυξη έχει αποδυναμωθεί στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες, ιδιαίτερα εκείνες στις οποίες το εμπόριο και η βιομηχανία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, με την αύξηση του ΑΕΠ σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ να εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει το 1% και στις δύο χώρες το 2019. Αντίθετα, η οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών διατηρεί τη δυναμική της χάρη στη σημαντική, αν και εξασθενημένη, δημοσιονομική στήριξη. Η διαφοροποίηση είναι επίσης εμφανής μεταξύ των αναδυόμενων οικονομιών, καθώς Αργεντινή και Τουρκία προσπαθούν να ανακάμψουν από την ύφεση ενώ η Ινδία και ορισμένες άλλες χώρες επωφελούνται από το διευκολυντικό χαρακτήρα των εφαρμοζόμενων νομισματικών πολιτικών και σε ορισμένες περιπτώσεις τη στήριξη της δημοσιονομικής πολιτικής.
Τα μέτρα στήριξης της οικονομικής ανάπτυξης δε συνέβαλαν στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου
Η παγκόσμια οικονομία όπως επισημαίνεται στην έκθεση του ΟΟΣΑ εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από διάφορες πολιτικές στήριξης. Δέκα χρόνια μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και με έναν υποτονικό πληθωρισμό, οι ισολογισμοί των κεντρικών τραπεζών παραμένουν διογκωμένοι, τα επιτόκια – βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα – διαμορφώνονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα ενώ το δημόσιο χρέος, στην πλειονότητα των περιπτώσεων βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα. Εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, οι αναδυόμενες οικονομίες διακρίνονται για τα υψηλά συναλλαγματικά τους διαθέσιμα ενώ οι κεντρικές τράπεζες έχουν αρχίσει να κινούνται προς την κατεύθυνση ομαλοποίησης της νομισματικής τους πολιτικής με τη συμβολή τους στην αναπτυξιακή διαδικασία να παραμένει ουσιαστική.
Ωστόσο, παρά την πρωτοφανή στήριξη που υπήρξε μέσω μιας σειράς πολιτικών που υιοθετήθηκαν μετά την εμφάνιση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, η οικονομική ανάκαμψη δεν ήταν έντονη και με διάρκεια, προκειμένου να οδηγήσει σε υψηλότερα επίπεδα μισθών και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Χαρακτηριστικά ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι από το 2010, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αυξήθηκε μόνο κατά 1,3% ετησίως στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Μολονότι, η ανεργία βρίσκεται στο χαμηλότερο ποσοστό των τελευταίων σαράντα ετών, οι πραγματικοί μισθοί αναμένεται ότι θα αυξηθούν κατά μόλις 1,5% ετησίως το χρονικό διάστημα 2019-20, ήτοι κάτω από το 2% που είχε καταγραφεί στη δεκαετία πριν από την κρίση. Με άλλα λόγια, δέκα χρόνια μετά την κρίση, το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε με πολύ αργό ρυθμό, αδυνατώντας να εξαλείψει σε σημαντικό βαθμό τις ανισότητες που είχαν καταγραφεί προ κρίσης.
Οι κίνδυνοι που μπορούν να υπονομεύσουν την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη
Οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ δεν είναι ιδιαίτερα θετικές, καθώς υπάρχουν αρκετοί κίνδυνοι που μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στην ανάπτυξη και κατά συνέπεια να πλήξουν το επίπεδο ευημερίας.
Πρώτον, οι προοπτικές ανάπτυξης είναι εξαρτώμενες από την κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων, οι οποίες πλήττουν κυρίως τις χώρες της Αμερικής, την Ασίας και της Ευρώπης. Μια περαιτέρω κλιμάκωση των εμπορικών διενέξεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ θα μπορούσε να μειώσει πάνω από 0,6% το παγκόσμιο ΑΕΠ σε ένα διάστημα 2-3 ετών.
Δεύτερον, η μεταποίηση και οι υπηρεσίες δεν είναι μη αλληλεξαρτώμενοι τομείς. Αν και ο τομέας των υπηρεσιών εμφανίζει ισχυρά σημεία ανθεκτικότητας, παρέχοντας ένα δίχτυ προστασίας είναι απίθανο να συνεχίσει να κινείται ανεξάρτητα για μακρό χρονικό διάστημα από την μεταποίηση. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, περισσότερο από το ένα τρίτο των συνολικών ακαθάριστων εξαγωγών προέρχεται από υπηρεσίες και οι υπηρεσίες συμβάλλουν, άμεσα ή έμμεσα, σε περισσότερες από τις μισές παγκόσμιες εξαγωγές. Επιπροσθέτως, η μεταποίηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις επενδύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν μόνο κινητήρια δύναμη ανάπτυξης και απασχόλησης στην παρούσα συγκυρία, αλλά διαμορφώνουν την ανάπτυξη και το βιοτικό επίπεδο του αύριο.
Τρίτον, η Κίνα εξακολουθεί να αποτελεί πηγή αβεβαιότητας, καθώς η χρήση νομισματικών και φορολογικών εργαλείων έχει απρόβλεπτες επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα και μπορεί να συνεχίσει να τροφοδοτεί το χρέος των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών, το οποίο διαμορφώνεται ήδη σε ιστορικά υψηλό επίπεδο. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά, ότι η μείωση της αύξησης της εγχώριας ζήτησης κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες στην Κίνα και σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα, θα μπορούσε να περιορίσει το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 1,75%.
Τέταρτον, το χρέος του ιδιωτικού τομέα αναπτύσσεται με υψηλό ρυθμό στις μεγάλες οικονομίες. Η αξία των ομολόγων των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών σχεδόν διπλασιάστηκε σε πραγματικούς όρους σε σύγκριση με το 2008, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται περί τα $13 τρισ. ενώ η ποιότητα του χρέους έχει επιδεινωθεί, με αποτέλεσμα να μην αποκλείεται η επανεμφάνιση μιας νέας περιόδου χρηματοπιστωτικής ασφυξίας.
Οι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να δώσουν έμφαση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις
Παρότι, η παγκόσμια οικονομία στην περίοδο 2017-2018 επέτυχε να αναπτυχθεί «συγχρονισμένα» για πρώτη φορά μετά την κρίση του 2007-2009, στην παρούσα συγκυρία οι διενέξεις που καταγράφονται στις εμπορικές σχέσεις έρχονται να αμφισβητήσουν τις πολυμερείς συμφωνίες που διέπουν το διεθνές εμπορικό σύστημα, εκτροχιάζοντας την παγκόσμια ανάπτυξη και αυξάνοντας την αβεβαιότητα, καθώς περιορίζουν τις επενδύσεις και την εμπορική δραστηριότητα.
Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραπάνω εξελίξεις, ο ΟΟΣΑ ζητά από τις εθνικές κυβερνήσεις να χρησιμοποιήσουν όλα τα εργαλεία πολιτικής που διαθέτουν και με δεδομένη την αλληλεξάρτηση των οικονομιών από τις διεθνείς αλυσίδες παραγωγής, ενθαρρύνει την ενίσχυση των πολυμερών εμπορικών συνεργασιών. Επιπροσθέτως, στις οικονομίες όπου η ζήτηση είναι ασθενής, παραδείγματος χάρη στην Ευρωζώνη, επισημαίνει την ανάγκη οι κυβερνήσεις να επωφεληθούν του περιβάλλοντος των χαμηλών επιτοκίων και να ενισχύσουν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με δημοσιονομικά κίνητρα, εφόσον το επιτρέπει το επίπεδο του δημοσίου χρέους. Ένας τέτοιου τύπου συνδυασμός, μπορεί να αντιμετωπίσει την τρέχουσα αναπτυξιακή αδυναμία και να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη με βιώσιμο τρόπο προς όφελος όλων. Οι πολιτικές θα πρέπει να επικεντρωθούν στις επενδύσεις υποδομών, ιδίως ψηφιακές, μεταφορές και πράσινη ενέργεια, στην ενίσχυση των δεξιοτήτων και γενικότερα στην ισότητα των ευκαιριών. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στην Ευρωζώνη, ο συνδυασμός διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αυξάνουν την αύξηση της παραγωγικότητας κατά 0,2 εκατοστιαίες μονάδες ετησίως για πέντε χρόνια, σε συνδυασμό με ένα τριετές δημοσιονομικό κίνητρο της τάξεως του 0,5% του ΑΕΠ σε χώρες με χαμηλό δημόσιο χρέος για τη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων, μπορεί να συνεισφέρει στην αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 1% σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Είναι σαφές, ότι οι εμπορικές εντάσεις δεν πλήττουν μόνο τις βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές αλλά και τις μεσοπρόθεσμες, με αποτέλεσμα να επιζητείται η άμεση ανάληψη δράσεων από την πλευρά των εθνικών κυβερνήσεων, προκειμένου να αναθερμανθεί η παγκόσμια οικονομία.
Πηγή: Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Διευθύνσεως Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank




