ΣΕΒ: Παιδεία και πολυφωνία για μια ανοικτή οικονομία!

Στα 2/3 των 65 χωρών που συμμετέχουν στην έρευνα PISA του ΟΟΣΑ, οι μαθητές 15 ετών έχουν καλύτερες επιδόσεις σε ανάγνωση, μαθηματικά και επιστήμες σε σύγκριση με τα ελληνόπουλα, σημειώνει ανάλυση του Εβδομαδιαίου Δελτίου για την Ελληνική οικονομία – Οικονομία και Επιχειρήσεις του ΣΕΒ. Συνοπτικά αναφέρει:

 
-Σημειώνεται ότι αυτές οι χαμηλές επιδόσεις καταγράφουν την αποτυχία του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος να προετοιμάσει μεγάλο μέρος της νεότερης γενιάς για έναν κόσμο όπου τα παιδιά άλλων χωρών αποκτούν περισσότερες γνώσεις και δεξιότητες, που θα τους επιτρέψουν στη συνέχεια να έχουν πιο ανταγωνιστικές επιδόσεις στις ανοιχτές παγκόσμιες αγορές εργασίας. Επιπλέον, έτσι ένας σχετικά μεγάλος αριθμός από ελληνόπουλα θα είναι πιο εκτεθειμένα στις πιέσεις που ασκεί η μετανάστευση θέσεων εργασίας χαμηλών δεξιοτήτων σε χώρες με χαμηλό κόστος εργασίας. Κι αυτό διότι δεν θα έχουν το υπόβαθρο να συμμετάσχουν στην ανταγωνιστική αγορά που αναπτύσσεται στην παγκόσμια κοινωνία και οικονομία της γνώσης, ώστε να στραφούν στο μέρος της αγοράς εργασίας που δίνει έμφαση στις δεξιότητες και όχι στο χαμηλό κόστος εργασίας. Επιπλέον, η έρευνα δείχνει ότι η μαθησιακή εμπειρία δεν είναι ευχάριστη για τα ελληνόπουλα ώστε να επιδιώκουν την μάθηση. Μετά δε την αποφοίτηση προορίζονται να εργασθούν σε ένα περιβάλλον που δεν προάγει την καινοτομία.

-Η προσωρινή εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ για ύφεση -0,7% το 2015, πολύ βαθύτερη της αναμενόμενης μέχρι σήμερα, αντικατοπτρίζει την δυσκολία προβλέψεων σε μια περίοδο έντονων ασυνεχειών στη λειτουργία της οικονομίας, χωρίς να εκπλήσσει την αγορά. Η εκτέλεση του προϋπολογισμού 2016 ξεκινάει με ένα σημαντικά βελτιωμένο πρωτογενές ταμειακό πλεόνασμα, ως αποτέλεσμα κυρίως του περιορισμού των ταμειακών πληρωμών για πρωτογενείς δαπάνες και την αύξηση εσόδων από την Ε.Ε. για επενδύσεις που δεν έχουν τιμολογηθεί ακόμα. Η τάση αυτή είναι συμβατή με τη δημιουργία αποθεματικών στο δημόσιο καθώς η διαπραγμάτευση παρατείνεται. Η αγορά εργασίας δείχνει να ανθίσταται την ώρα που το ισοζύγιο ίδρυσης επιχειρήσεων προσεγγίζει νέα ιστορικά χαμηλά, με το ισοζύγιο ίδρυσης επιχειρήσεων να είναι πλέον έντονα αρνητικό, τις τιμές ακινήτων να συνεχίζουν να υποχωρούν και τον αποπληθωρισμό να επιμένει.

-Ο νέος νόμος για την αδειοδότηση ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών επιχειρεί να λύσει ένα διαχρονικό πρόβλημα με κίνδυνο να δημιουργήσει νέες παρενέργειες. Ο νόμος είναι προς τη σωστή κατεύθυνση όσον αφορά τη θέσπιση κανόνων λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών, αλλά σε λάθος κατεύθυνση όσον αφορά στον περιορισμό του ανταγωνισμού (4 μόνο πάροχοι περιεχομένου γενικής στόχευσης), την παράκαμψη του ΕΣΡ, τις τεχνικές προδιαγραφές στις οποίες βασίζεται για τη χρήση του φάσματος και την αλόγιστη διοικητική παρέμβαση που επιβάλλει στη λειτουργία ιδιωτικών επιχειρήσεων (400 εργαζόμενοι ανά πάροχο κατ’ ελάχιστο). Η οιονεί «κρατικοποίηση» της ελεύθερης ιδιωτικής τηλεόρασης, μέσω δημιουργίας επιχειρηματικών και εργατικών μορφωμάτων που θα λειτουργούν με στρεβλά οικονομικά κριτήρια, θα δημιουργήσει de jure και de facto ολιγοπώλιο στην τηλεοπτική αγορά, θα επιφέρει υψηλότερο κόστος λειτουργίας (με αντίκτυπο στις τιμές των διαφημιζομένων προϊόντων μέσω της τηλεόρασης) και τεχνολογική απαξίωση επενδύσεων στους τηλεοπτικούς σταθμούς, σε μία περίοδο μεγάλων αλλαγών που συντελούνται στον τομέα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας διεθνώς. Παράλληλα, το πιθανό έλλειμμα πολυφωνίας που θα προκύψει ως παράπλευρη απώλεια από τις αλλαγές που δρομολογούνται, θα πλήξουν το πολιτικό μας σύστημα και θα μας απομακρύνουν περαιτέρω από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία. Και σύνεση η δημοκρατία.

Αναλυτικά:

 
Ελληνικά σχολεία: πολλά λεφτά, χαμηλή αυτονομία, καμία αξιολόγηση, χαμηλές επιδόσεις και δυστυχισμένοι μαθητές.

Ο ΟΟΣΑ παρουσίασε την πέμπτη κατά σειρά τριετή έρευνα για την ποιότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων χωρών μελών, η οποία παρουσιάζει τα στοιχεία της έρευνας PISA που έγινε το 2012. Η έρευνα αυτή του ΟΟΣΑ είναι μοναδική στο είδος της καθώς αξιολογεί τα αποτελέσματα των εκπαιδευτικών συστημάτων σε ό,τι αφορά τις γνώσεις και δεξιότητες που έχουν λάβει οι μαθητές ηλικίας 15 ετών σε μαθηματικά, κατανόηση κειμένου και φυσικές επιστήμες, επιτρέποντας στις χώρες που περιλαμβάνονται στη μελέτη να συγκρίνουν τις επιδόσεις τους με αυτές άλλων χωρών. Η Ελλάδα κατατάσσεται για άλλη μια φορά στη τρίτη, και χαμηλότερη κατηγορία, των χωρών στις οποίες μεγάλος αριθμός μαθητών έχει χαμηλές επιδόσεις σε αυτές τις τρεις διαστάσεις της μαθησιακής προετοιμασίας των νέων για τον ενήλικο βίο. Σε γενικές γραμμές η Ελλάδα ανήκει στις χώρες που έχουν λίγες θετικές επιδόσεις και που εμφανίζεται σε προβεβλημένη θέση στους δείκτες που καταγράφουν αρνητικά χαρακτηριστικά. Έτσι, στο 65% περίπου των χωρών που απαρτίζουν το δείγμα 65 χωρών και περιοχών που συμμετέχουν στην έρευνα, οι μαθητές 15 ετών έχουν καλύτερες επιδόσεις σε ανάγνωση, μαθηματικά και επιστήμες σε σύγκριση με τα ελληνόπουλα (Διάγραμμα 1). Σημειώνεται ότι αυτές οι χαμηλές επιδόσεις καταγράφουν την αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος να προετοιμάσει μεγάλο μέρος της νεότερης γενεάς για έναν κόσμο στον οποίο τα παιδιά άλλων χωρών αποκτούν περισσότερες γνώσεις και δεξιότητες και που θα τους επιτρέψουν στη συνέχεια να έχουν πιο ανταγωνιστικές επιδόσεις στις ανοιχτές παγκόσμιες αγορές εργασίας. Επιπλέον, ένας σχετικά μεγάλος αριθμός από ελληνόπουλα θα είναι πιο εκτεθειμένα στις πιέσεις που ασκεί η μετανάστευση θέσεων εργασίας χαμηλών δεξιοτήτων σε χώρες με χαμηλό κόστος εργασίας, καθώς δεν θα έχουν το υπόβαθρο να συμμετάσχουν στην ανταγωνιστική αγορά που αναπτύσσεται στην παγκόσμια κοινωνία και οικονομία της γνώσης και επακολούθος να στραφούν στο μέρος της αγοράς εργασίας που δίνει έμφαση στις δεξιότητες και όχι το χαμηλό κόστος εργασίας. Η έρευνα περιλαμβάνει και σημαντικές πτυχές, όπως η διερεύνηση του αποτελέσματος συστημάτων που οδηγούν σε διαστρωμάτωση των μαθητών ανάλογα με τις επιδόσεις τους, σε ομάδες υψηλών επιδόσεων και χαμηλότερων επιδόσεων και βρίσκει ότι ένας τέτοιος διαχωρισμός μειώνει την ισότητα των επιδόσεων ανάμεσα στους μαθητές. Επίσης, αναδεικνύει τη χρησιμότητα ανοιχτής αξιολόγησης των σχολείων και καταγράφει πως όταν υπάρχει αυξημένη αυτονομία στη διοίκηση των σχολείων μαζί με αξιολόγηση τα αποτελέσματα βελτιώνονται. Σημειώνεται ότι το επίπεδο αυτονομίας και αξιολόγησης στα Ελληνικά σχολεία είναι ιδιαίτερα χαμηλό σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης του ΟΟΣΑ και αυτό συμπίπτει με τις σχετικά χαμηλές επιδόσεις των μαθητών (Διάγραμμα 2), οι οποίες με τη σειρά τους σχετίζονται με την αδύναμη αγορά εργασίας της χώρας μας (Διάγραμμα 3).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ 1-2 -ΣΕΒ-18.2.2016

Τέλος, η μελέτη καταγράφει τη σημασία της εκπαιδευτικής ισότητας (δηλαδή δικαιότερης κατανομής πόρων σε όλα τα οικονομικοκοινωνικά στρώματα) καθώς και τη σημασία που θα πρέπει να αποδίδουν τα σχολεία στην ενθάρρυνση των μαθητών να αναπτύσσουν δεξιότητες επίλυσης πιο σύνθετων προβλημάτων που μπορεί να αντιμετωπίσουν στη ζωή. Η μεγαλύτερη αποτυχία του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος δεν καταγράφεται όμως στο γεγονός ότι μεγάλος αριθμός μαθητών παρουσιάζει μέτριες επιδόσεις και σχετική αδυναμία να ξεπεράσει μια τυχόν δυσμενή κοινωνικοοικονομική αφετηρία, παρόλο που το σύστημα προστατεύεται από την αξιολόγηση και τη διασύνδεση με την αγορά, απαλλάσσοντας τους εργαζόμενους στην εκπαίδευση από το σχετικό άγχος και πίεση. Κυρίως, φαίνεται (όπως δείχνει μελέτη για την Ελλάδα που έγινε το 2011) ότι παρόλο τον ιδιαίτερα υψηλό αριθμό δασκάλων προς μαθητές και το υψηλό ανά μαθητή κόστος, η κακή οργάνωση του σχολείου και του εκπαιδευτικού συστήματος ακυρώνει τις όποιες μεμονωμένες προσωπικές προσπάθειες διευθυντών και δασκάλων και στο τέλος οδηγούν σε μια διδακτική εμπειρία που δεν κάνει τα παιδιά ευτυχισμένα – το σχετικό ποσοστό είναι από τα χαμηλότερα στον ΟΟΣΑ με το 25% των μαθητών να μην είναι ευτυχισμένοι (Διάγραμμα 4).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ 3-4 ΣΕΒ-18.2.2016

Η αποτυχία του Ελληνικού σχολικού συστήματος συνεπώς είναι πλήρης – το σχολείο αφήνει πολλά παιδιά χωρίς τις απαραίτητες δεξιότητες ενώ παράλληλα δεν τους εξασφαλίζει ούτε καν μια ευχάριστη παιδική ηλικία. Όμως ακόμα και εκείνα τα ελληνόπουλα που αποκτούν δεξιότητες στο σχολείο –και σαφώς υπάρχουν -όταν μεγαλώσουν θα αναζητήσουν εργασία σε ένα περιβάλλον που δεν προάγει την καινοτομία, όπως αναδεικνύει και η σχετική μελέτη που ήδη παρουσιάστηκε. Για εκείνα τα -αναλογικά πολλά όπως δείχνει και ο Πίνακας 1– ελληνόπουλα που τελικά θα ξεπεράσουν τα εμπόδια του σχολείου και θα αφήσουν πίσω τους άλλους, δυστυχισμένους και με χαμηλές δεξιότητες, μαθητές, οι θετικές σπουδές και η ερευνητική αριστεία δεν υποστηρίζονται γενναιόδωρα από το κράτος. Αντίθετα, η καινοτόμα δραστηριότητα υπερφορολογείται την ίδια ώρα που κρίσιμες σχετικές υποδομές που παρέχονται αποτελεσματικά σε άλλες χώρες υστερούν στη χώρα μας, όπως ενδεικτικά είναι η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και η ύπαρξη πολιτικής εμπορικής αξιοποίησης της έρευνας που έχει χρηματοδοτηθεί από το κράτος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το περιβάλλον αξιοποίησης των σημαντικών ακαδημαϊκών δεξιοτήτων των προικισμένων ή/και φιλομαθών Ελλήνων να είναι μάλλον αφιλόξενο. Και εδώ συνεπώς η αποτυχία της χώρας στην αξιοποίηση ανθρωπίνων πόρων είναι πλήρης: όχι μόνο μένουν πίσω πολλά ελληνόπουλα, αλλά και αυτά που τελικά αριστεύουν δεν μπορούν να ευημερήσουν αξιοποιώντας τις γνώσεις και τη διάθεση τους για αριστεία και δημιουργία στην πατρίδα τους, με αποτέλεσμα συχνά να μεταναστεύουν.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1 -ΣΕΒ-18.2.2016

Σχετικά Άρθρα