Τουρκοκύπριοι: Η αχίλλειος πτέρνα στη θρησκευτική στρατηγική του Ερντογάν;

Οι πρόσφατες μαζικές διαδηλώσεις στην κατεχόμενη Λευκωσία, με αφορμή την αμφιλεγόμενη απόφαση για τη χρήση μαντίλας από μαθήτριες κάτω των 18 ετών, δεν αποκάλυψαν απλώς μια διαφωνία πολιτικής, αλλά επανέφεραν στο προσκήνιο μια βαθύτερη πολιτική ρηγμάτωση μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Άγκυρας. Οι κινητοποιήσεις, στις οποίες συμμετείχαν πάνω από 10.000 άνθρωποι, γρήγορα εξελίχθηκαν σε μια ευρεία απόρριψη της μακροχρόνιας προσπάθειας της Τουρκίας να διαβρώσει την κοσμική ταυτότητα των Τουρκοκυπρίων και να αναδιαμορφώσει τα κατεχόμενα μέσω μιας διακυβέρνησης βασισμένης στη θρησκεία.

Η αντίδραση αυτή δεν είναι καινοφανής. Οι Τουρκοκύπριοι έχουν μακρά ιστορία αντίστασης στην πολιτική ισλαμοποίησης της Τουρκίας, η οποία συχνά υλοποιείται μέσω δημογραφικής αλλοίωσης και της επιρροής εποίκων από την ηπειρωτική Τουρκία, ευθυγραμμισμένων με την ιδεολογική ατζέντα της Άγκυρας. Αυτοί οι έποικοι, που κατέφθασαν μετά την τουρκική εισβολή του 1974, τείνουν να είναι πιο θρησκευόμενοι και κοινωνικά συντηρητικοί, σε αντίθεση με πολλούς Τουρκοκύπριους που ταυτίζονται έντονα με μια κοσμική παράδοση. Για τους Τουρκοκύπριους, ο κοσμικός χαρακτήρας δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική στάση, αλλά έναν τρόπο ζωής και, ενδεχομένως, τον τελευταίο τομέα που αισθάνονται ότι ελέγχουν ως κοινότητα και τον οποίο είναι αποφασισμένοι να μην χάσουν.

Αυτό που διαφοροποιεί τις πρόσφατες κινητοποιήσεις είναι η μαζικότητα, η καλύτερη οργάνωση και η συντονισμένη δράση, με την υποστήριξη μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων εκπαιδευτικών και πάνω από εβδομήντα ομάδων της κοινωνίας των πολιτών. Υιοθέτησαν, επίσης, ένα πιο αιχμηρό πολιτικό μήνυμα, αμφισβητώντας ευθέως την επιρροή της Άγκυρας. Ενδεικτική είναι η δήλωση της Ένωσης Τουρκοκυπρίων Δημοσιογράφων που στήριξε τις διαδηλώσεις, τονίζοντας: “Υπερασπιζόμαστε τον κοσμικό χαρακτήρα, τη δημοκρατία, την ελευθερία του Τύπου και της έκφρασης, τον κυπριακό τρόπο ζωής και το μέλλον μας”. Πολλές από αυτές τις ομάδες είχαν αντιταχθεί και στην ανέγερση του μεγάλου προεδρικού και θρησκευτικού συγκροτήματος, του “Külliye”, θεωρώντας το ένα δαπανηρό σύμβολο της τουρκικής κυριαρχίας και μια προσπάθεια εισαγωγής του θεσμικού μοντέλου της Άγκυρας.

Η αντίσταση αυτή είναι αξιοσημείωτη, ακόμη και για την Τουρκία. Εάν η αντίδραση αναδύεται σε μια κοινότητα τόσο εξαρτημένη και ιστορικά στενή όσο οι Τουρκοκύπριοι – οι οποίοι συγκαταλέγονται επίσης μεταξύ των πιο κοσμικών στον μουσουλμανικό κόσμο – εγείρονται ερωτήματα για την ανθεκτικότητα του ιδεολογικού μοντέλου της Τουρκίας, ακόμη και υπό ευνοϊκές συνθήκες. Η ηγεσία της Τουρκίας έχει επενδύσει σημαντικά στη θρησκευτική και πολιτιστική επιρροή στα Βαλκάνια, την Κεντρική Ασία και τις κοινότητες της διασποράς στην Ευρώπη, με στόχο την επέκταση της παρουσίας της μέσω ιδεολογικής ευθυγράμμισης. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση βασίζεται στην αποδοχή από τις κοινότητες. Όταν ακόμη και οι Τουρκοκύπριοι, ένας πληθυσμός που εξαρτάται οικονομικά από την Άγκυρα, αρχίζουν να αντιστέκονται, αυτό μπορεί να σηματοδοτεί ένα ευρύτερο πρόβλημα. Τα κατεχόμενα, κάποτε πεδίο δοκιμών για την θρησκευτικο-εθνικιστική ατζέντα της Τουρκίας, ενδέχεται τώρα να αποκαλύπτουν τους περιορισμούς της.

Η χρονική στιγμή της ανανεωμένης εστίασης της Άγκυρας στη θρησκευτική ρύθμιση στα κατεχόμενα φαίνεται επίσης υπολογισμένη. Οι εκλογές για τον επόμενο Τουρκοκύπριο ηγέτη έχουν προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο, και ομάδες που συνδέονται με το κυβερνών κόμμα του Ερντογάν φέρονται να εργάζονται ήδη για την επανεκλογή του Ερσίν Τατάρ, του προτιμώμενου υποψηφίου της Άγκυρας. Η πολιτικοποίηση του ζητήματος της μαντίλας βάθυνε επίσης την ταυτοτική πόλωση μεταξύ γηγενών Τουρκοκυπρίων και εποίκων από την ηπειρωτική χώρα. Αυτό που η Άγκυρα πιθανώς σκόπευε ως μια εκλογική στρατηγική χαμηλού κόστους, ενδέχεται να έχει γυρίσει μπούμερανγκ. Αντί να εδραιώσει την υποστήριξη, αφύπνισε τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης και προκάλεσε μαζική κινητοποίηση.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η διεθνής διπλωματία για την Κύπρο αντιμετώπιζε την τουρκοκυπριακή πλευρά ως μονολιθική ή μη διακριτή από τις θέσεις της Τουρκίας. Με τους νέους απεσταλμένους που διορίστηκαν από τα Ηνωμένα Έθνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση για να διερευνήσουν την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων στο νησί, αυτές οι εσωτερικές εξελίξεις δεν πρέπει να παραβλεφθούν. Οι Τουρκοκύπριοι σηματοδοτούν ότι δεν αποτελούν απλώς προέκταση της βούλησης της Άγκυρας. Η αντίστασή τους σε πολιτικές που θεωρούν ότι υπονομεύουν την πολιτική τους αυτονομία, αντικατοπτρίζει μια επιθυμία για αυτοδιάθεση όχι μόνο με συνταγματικούς όρους, αλλά και στην πολιτιστική και πολιτική ζωή.

Οι πρόσφατες διαδηλώσεις αποκαλύπτουν μια κοινωνία με τις δικές της εσωτερικές διαιρέσεις, προσδοκίες και ικανότητα για διαφωνία. Αυτή η διάκριση έχει σημασία. Εάν οι Τουρκοκύπριοι συνεχίσουν να αντιστέκονται στην ιδεολογική ατζέντα της Άγκυρας, θα μπορούσαν να αναδιαμορφώσουν τη δυναμική των στάσιμων συνομιλιών, ανοίγοντας ενδεχομένως χώρο για νέες ευθυγραμμίσεις. Το ερώτημα για τους διεθνείς παράγοντες είναι εάν είναι διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν και να υποστηρίξουν αυτήν την απόκλιση. Εάν αυτή η εσωτερική αντίσταση εκληφθεί ως πολιτικό μήνυμα, μπορεί να προκαλέσει μια πιο διαφοροποιημένη προσέγγιση. Σε αυτή την περίπτωση, η τουρκοκυπριακή κοινότητα μπορεί να μην είναι απλώς ένα εμπόδιο ή ένας αγωγός, αλλά ένας κρίσιμος παράγοντας για τον προσδιορισμό του πόσο βιώσιμη είναι πραγματικά η επιρροή της Τουρκίας στην άμεση γειτονιά της και εάν οποιαδήποτε μελλοντική διευθέτηση στο νησί μπορεί να είναι ταυτόχρονα δίκαιη και διαρκής.

 
Πηγή: meforum.org

 
mywaypress.gr – Για προσεκτικούς αναγνώστες

Σχετικά Άρθρα