Η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει στην ασφάλεια για να προστατεύσει την ευημερία της
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση, (omfif.org), η Ευρώπη καλείται να ενισχύσει τις αμυντικές της δαπάνες, όχι μόνο για την αντιμετώπιση εξωτερικών απειλών, αλλά και ως μια στρατηγική επένδυση για τη διασφάλιση της οικονομικής της ευημερίας. Στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ το 2025 στη Χάγη, τα μέλη του ΝΑΤΟ ενέκριναν μια σημαντική αύξηση στις αμυντικές δαπάνες. Αυτή η κίνηση θεωρείται απαραίτητο βήμα για την ενίσχυση της συλλογικής ασφάλειας και ευημερίας.
Οι απειλές και το αρνητικό αφήγημα
Το επιχείρημα υπέρ της αύξησης των αμυντικών δαπανών βασίζεται κυρίως στην αντιμετώπιση των απειλών που προέρχονται από τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες του Ρώσου Προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έχει προειδοποιήσει τους Ευρωπαίους ότι πρέπει είτε να ενισχύσουν τις αμυντικές τους ικανότητες είτε να μάθουν να μιλούν ρωσικά. Επιπλέον, ο αρχηγός της άμυνας της Γερμανίας έχει τονίσει ότι η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για μια πιθανή επίθεση από τη Ρωσία μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια. Οι απειλές δεν περιορίζονται μόνο σε συμβατικούς πολέμους, αλλά περιλαμβάνουν και την εντατικοποίηση της βιομηχανικής κατασκοπείας και τις ολοένα και πιο επικίνδυνες κυβερνοεπιθέσεις σε πολιτικά και στρατιωτικά συστήματα.
Ένα συμπληρωματικό, θετικό αφήγημα
Για να αποτρέψουν την άνοδο λαϊκιστικών κομμάτων που αντιτίθενται στις αμυντικές δαπάνες, οι πολιτικοί πρέπει να ακολουθήσουν μια στρατηγική δύο κατευθύνσεων. Πρώτον, πρέπει να καταστήσουν σαφέστερο το τεράστιο κόστος της αδράνειας απέναντι στις εξωτερικές απειλές. Δεύτερον, και κυριότερο, πρέπει να εισαγάγουν ένα συμπληρωματικό, θετικό αφήγημα που να εξηγεί τα οφέλη των αμυντικών δαπανών, το οποίο απουσιάζει σχεδόν παντελώς. Η επένδυση στην άμυνα δεν είναι απλώς μια κατανομή δημόσιων πόρων, αλλά απαραίτητη για τη διασφάλιση της ευημερίας της Ευρώπης.
Οικονομικά οφέλη της επένδυσης στην άμυνα
Η πρόληψη των συγκρούσεων έχει σημαντικά οφέλη. Σύμφωνα με μια μελέτη του Kiel Institute, οι πόλεμοι οδηγούν συνήθως σε μείωση της παραγωγής κατά 30% και αύξηση του πληθωρισμού κατά 15%. Επιπλέον, η παραγωγή σε γειτονικές χώρες μειώνεται συνήθως κατά περισσότερο από 10% σε μια περίοδο πέντε ετών. Αντίστοιχα, οι κυβερνοεπιθέσεις και η βιομηχανική κατασκοπεία αποτελούν σημαντικά εμπόδια για την οικονομία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το ετήσιο παγκόσμιο κόστος από περιστατικά κυβερνοασφάλειας αντιστοιχεί στο 7% του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Ως εκ τούτου, τα αντίμετρα για την αποτροπή τέτοιων περιστατικών προσφέρουν ένα τεράστιο οικονομικό όφελος.
Η ενίσχυση του εγχώριου τομέα άμυνας υψηλής τεχνολογίας μπορεί να προσφέρει τόσο οικονομικά οφέλη όσο και εκλογικά οφέλη. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι αμυντικές δαπάνες έχουν αποτελέσει μοχλό καινοτομίας. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη της έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α) στις ΗΠΑ κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε μακροχρόνιες επιπτώσεις στην καινοτομία και τη δημιουργία τεχνολογικών κέντρων. Μια αύξηση κατά 10% στην κρατική χρηματοδότηση της Ε&Α ενίσχυσε την ιδιωτική Ε&Α κατά 4%, σύμφωνα με έκθεση του 2019 για 26 χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Επιπλέον, η ύπαρξη ενός πιο αξιόπιστου αποτρεπτικού παράγοντα θα μείωνε την αβεβαιότητα, ενισχύοντας την κατανάλωση και, συνεπώς, το ΑΕΠ.
Υπερβαίνοντας τον κατακερματισμό
Τα μέλη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 3,5% του ΑΕΠ, συν ένα επιπλέον 1,5% για ευρύτερες δυνατότητες ασφάλειας. Ωστόσο, για να ευημερήσει η Ευρώπη, οι αμυντικές δαπάνες σε εθνικό επίπεδο πρέπει να συμπληρωθούν από ευρωπαϊκά κονδύλια. Μια τέτοια ομοσπονδιακή χρηματοδότηση θα μείωνε τον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και θα δημιουργούσε οικονομίες κλίμακας. Επιπλέον, θα ενθάρρυνε τη συνεργασία και θα βελτίωνε την τυποποίηση και τη διαλειτουργικότητα του εξοπλισμού, σύμφωνα με έκθεση του πρώην προέδρου της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, το 2024. Μια ομοσπονδιακή διάσταση θα μπορούσε επίσης να περιορίσει τη συμπεριφορά των “λαθρεπιβατών” (free-riding), όπου ορισμένες χώρες του ΝΑΤΟ δεν επιτυγχάνουν τους στόχους αμυντικών δαπανών.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει υποστηρίξει ότι η αύξηση του διεθνούς ρόλου του ευρώ θα μπορούσε να μειώσει το κόστος δανεισμού και να θωρακίσει την ευρωζώνη από τη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Ένα ρευστό, ομοσπονδιακό ευρωπαϊκό «ασφαλές περιουσιακό στοιχείο» θα ενίσχυε τη διεθνή θέση του ευρώ.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να περιμένει την επόμενη κρίση. Πρέπει να ανταποκριθεί προληπτικά και συνεκτικά. Η επένδυση στην ασφάλεια σήμερα είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την προστασία και την ενίσχυση της ευημερίας του αύριο. Η υιοθέτηση αυτής της πολιτικής δεν είναι αποτέλεσμα εντολών από τις ΗΠΑ, αλλά εξυπηρετεί τα ίδια τα συμφέροντα της Ευρώπης.
mywaypress.gr – Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής




