Μητσοτάκης στον ΣΕΒ: Πολιτική ρητορική αντί λύσεων για το ενεργειακό κόστος

Ο πρωθυπουργός επέλεξε το δίλημμα «σταθερότητα vs λαϊκισμός» αντί για συγκεκριμένα μέτρα

 
Η δημοσιονομική ισορροπία είναι οικονομικός στόχος, η πολιτική σταθερότητα είναι πολιτικό πλεονέκτημα. Η συγχώνευσή τους σε μία προϋπόθεση υποδηλώνει ότι η διατήρηση της πολιτικής εξουσίας παρουσιάζεται ως απαραίτητη για την οικονομική πρόοδο.

 
Όταν το ενεργειακό πρόβλημα συναντά την πολιτική επικοινωνία

 
Το κενό των λύσεων: Η απουσία μέτρων για το ενεργειακό κόστος

Η παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ανοιχτή Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) στις 7 Οκτωβρίου 2025 αποκαλύπτει μια χαρακτηριστική στρατηγική της κυβερνητικής επικοινωνίας: όταν λείπουν οι συγκεκριμένες λύσεις, επιστρατεύεται η πολιτική αφήγηση της σταθερότητας έναντι της αβεβαιότητας. Η ομιλία, σύμφωνα με  δημοσίευμα  του ot.gr αποτελεί ένα εντυπωσιακό παράδειγμα του πώς η πολιτική ρητορική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποσπάσει την προσοχή από επείγοντα ζητήματα που απαιτούν άμεσες απαντήσεις.

 
Το κενό των λύσεων: Η απουσία μέτρων για το ενεργειακό κόστος

Η αναμονή που διαψεύστηκε

Η πιο εντυπωσιακή πτυχή της ομιλίας του πρωθυπουργού είναι αυτό που δεν είπε. Ενώ ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, είχε κατατάξει το ενεργειακό κόστος ως «πυλώνα της παραγωγικότητας» και είχε τονίσει ότι «η μείωση του κόστους ενέργειας δεν είναι απλώς ένα κλαδικό αίτημα αλλά πυλώνας της παραγωγικότητάς μας», ο Μητσοτάκης εμφανίστηκε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το δημοσίευμα, «με άδεια χέρια».

Αντί συγκεκριμένων μέτρων, οι επιχειρηματίες και οι βιομήχανοι που παρακολουθούσαν τη Γενική Συνέλευση «εισέπραξαν μία ακόμη υπόσχεση»: «Πολύ σύντομα θα καταλήξουμε στην παρέμβαση για το ενεργειακό κόστος».

Η ρητορική της ανάκλησης

Η στρατηγική του πρωθυπουργού ήταν να υπενθυμίσει τις προηγούμενες παρεμβάσεις: αντιστάθμιση ρύπων, ΥΚΩ, ΕΤΜΕΑΡ, σταθερά μειωμένες χρεώσεις που «ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ». Η φράση «Έχουμε στηρίξει τη βιομηχανία και γνωρίζουμε ότι η διεθνής ανταγωνιστικότητα είναι μία συνεχής άσκηση» λειτουργεί ως υπεκφυγή: παρουσιάζει την κυβέρνηση ως ενεργό υποστηρικτή, αλλά δεν δίνει καμία νέα απάντηση στο καυτό ζήτημα.

 
Τα χαρακτηριστικά της επερχόμενης «λύσης»

Ο πρωθυπουργός περιορίστηκε να περιγράψει τα χαρακτηριστικά της υποσχόμενης λύσης: «Να στηρίζει πρωτίστως τις ενεργοβόρες βιομηχανίες αλλά και να έχει μία διευρυμένη περίμετρο». Πρόκειται για μια δήλωση αρχών, όχι για ένα σχέδιο δράσης. Η ασάφεια του «πολύ σύντομα» και η αοριστία της «διευρυμένης περιμέτρου» αντικρούουν την επείγουσα ανάγκη που περιγράφει ο ΣΕΒ.

 
Η αντίθεση με την ανάλυση του ΣΕΒ

Η αντίθεση με την ομιλία του προέδρου του ΣΕΒ είναι εντυπωσιακή. Ο Θεοδωρόπουλος είχε τονίσει ότι «η Ελλάδα παραμένει στις χειρότερες θέσεις στην ΕΕ στο κόστος [ενέργειας] για τις επιχειρήσεις, και αυτό διαβρώνει οριζόντια την ανταγωνιστικότητα σε όλους τους κλάδους, επηρεάζοντας σοβαρά και τον πληθωρισμό». Είχε επίσης σημειώσει ότι «για την ενεργοβόρο βιομηχανία είναι ζήτημα επιβίωσης».

Σε αυτή την κρίσιμη διάγνωση, η απάντηση του πρωθυπουργού—«πολύ σύντομα»—φαντάζει ανεπαρκής.

 
Η στρατηγική του φόβου: Σταθερότητα vs Λαϊκισμός

Το πολιτικό δίλημμα που κατασκευάστηκε

Η κεντρική στρατηγική της ομιλίας του Μητσοτάκη ήταν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το δημοσίευμα, να «παίξει με το θυμικό και την ανασφάλεια των βιομηχάνων για πιθανή διατάραξη του επενδυτικού κλίματος και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος».

Η επιχειρηματολογία ακολουθεί μια συγκεκριμένη δομή:

  1. Ανάκληση του Παρελθόντος: «Η Ελλάδα ήταν παρίας και πλέον δανείζεται φθηνότερα από άλλες χώρες»
  2. Απόδοση της Επιτυχίας στη Σταθερότητα: «Αυτό βέβαια είναι αποτέλεσμα της αξιοπιστίας που κατάφερε να αποκαταστήσει η χώρα». «Αυτή είναι η θετική συνέπεια της εσωτερικής σταθερότητας. Μίας πολιτικής που μετατρέπει τις κρίσεις σε σταθερότητα»
  3. Προειδοποίηση για την Απειλή: «Ο λαϊκισμός ξαναφουντώνει κι έχει τη δυνατότητα να προκαλεί αρρυθμίες»
  4. Δημιουργία Διλήμματος: «Ο καθένας αντιλαμβάνεται πόσο πολύτιμο είναι το άυλο προτέρημα της σταθερότητας»

 
Το Γαλλικό παράδειγμα και οι έμμεσες αιχμές

Ο πρωθυπουργός έφερε το παράδειγμα των «απανωτών πολιτικών κρίσεων της Γαλλίας» ως προειδοποίηση. Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των τελευταίων πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα—και συγκεκριμένα του μηνύματος που έστειλε ο Αλέξης Τσίπρας μετά την παραίτησή του από τη θέση του βουλευτή.

Οι «έμμεσες αιχμές» γίνονται πιο ευθείς όταν ο Μητσοτάκης απευθύνεται στο επιχειρηματικό κοινό: «Γνωρίζετε πολύ καλά τη συνάρτηση. Δεν υπάρχει οικονομική προοπτική χωρίς πολιτική σταθερότητα. Ούτε πρόοδος χωρίς κανόνες που θα τηρούνται σε συνθήκες ομαλότητας και κοινωνικής συνοχής».

 
Η λογική της αντιπαράθεσης

Η ρητορική του πρωθυπουργού κατασκευάζει μια δυαδική αντίθεση: από τη μία πλευρά η σταθερότητα και η αξιοπιστία που εκπροσωπεί η κυβέρνηση, από την άλλη ο «λαϊκισμός» και η «λαϊκή δημαγωγία». Η αναφορά στις «αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν με τις ανέξοδες παροχές» και η επιμονή στο «κόστος της αβεβαιότητας» στοχεύουν στη δημιουργία ενός κλίματος φόβου για το τι θα μπορούσε να συμβεί αν «κλονιστεί» η πολιτική σταθερότητα.

 
Κριτική αξιολόγηση της στρατηγικής

Η στρατηγική αυτή είναι προβληματική για τρεις λόγους:

Πρώτον, χρησιμοποιεί τον φόβο αντί για λύσεις. Ενώ οι επιχειρηματίες αναμένουν συγκεκριμένα μέτρα για το ενεργειακό κόστος, λαμβάνουν προειδοποιήσεις για τον «λαϊκισμό».

Δεύτερον, εργαλειοποιεί την επενδυτική ανασφάλεια. Το δημοσίευμα χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ο πρωθυπουργός «επέλεξε να παίξει… με τα συναισθήματα της επενδυτικής ανασφάλειας των βιομηχάνων και των επιχειρηματιών». Η σταθερότητα παρουσιάζεται όχι ως μέσο για την επίλυση προβλημάτων, αλλά ως αυτοσκοπός που απαιτεί πολιτική υποστήριξη.

Τρίτον, αποφεύγει την ουσιαστική συζήτηση. Η δημιουργία πολιτικών διλημμάτων λειτουργεί ως αποπροσανατολισμός από το γεγονός ότι δεν ανακοινώνονται συγκεκριμένα μέτρα για το πιο καυτό πρόβλημα που απασχολεί τη βιομηχανία.

 
Τα επιτεύγματα ως ασπίδα

Ο κατάλογος των επιδόσεων

Ο πρωθυπουργός παρουσίασε έναν εκτενή κατάλογο επιτευγμάτων:

  • Μείωση της ανεργίας από 19% στο 8%
  • Δημιουργία 500.000 νέων θέσεων εργασίας
  • Ψηφιοποίηση του δημοσίου
  • Μείωση 83 φόρων, εκ των οποίων 20 αφορούν στη βιομηχανία
  • Κίνητρα σε τομείς αιχμής
  • Απαλλαγή των τραπεζών από κόκκινα δάνεια
  • Αύξηση του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής κατά 25% (έναντι 3% στην Ευρώπη) σε σχέση με το 2019

Η επιλεκτική χρήση των αριθμών

Ο κατάλογος αυτός είναι εντυπωσιακός, αλλά απαιτεί κριτική αξιολόγηση. Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής «δεν είναι ανεξάρτητη από τις πολιτικές μας», αποδίδοντας ολόκληρη την επιτυχία στις κυβερνητικές πολιτικές.

Αυτή η απόδοση αιτιότητας παραβλέπει:

  • Το ρόλο των ευρωπαϊκών πόρων (Ταμείο Ανάκαμψης)
  • Τη γενικότερη ανάκαμψη μετά την πανδημία
  • Το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει ο ΣΕΒ, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά σε παραγωγικότητα (54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου)
  • Ότι οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (15% του ΑΕΠ) υστερούν του ευρωπαϊκού μέσου όρου (21%)

Η απουσία αυτοκριτικής

Ενώ ο πρόεδρος του ΣΕΒ είχε επισημάνει συγκεκριμένα προβλήματα—το υψηλό ενεργειακό κόστος, τη γραφειοκρατία, την πολυνομία, την αργή απονομή δικαιοσύνης—ο πρωθυπουργός περιορίστηκε να παραδεχτεί ότι «παρά τις αδυναμίες το δημόσιο γίνεται ψηφιακό και προσιτό στον πολίτη».

Η φράση «παρά τις αδυναμίες» είναι χαρακτηριστική: αναγνωρίζει την ύπαρξη προβλημάτων αλλά αμέσως μετατοπίζει την έμφαση στις βελτιώσεις.

 
Οι τρεις προϋποθέσεις: Μια ανάλυση

Ο πρωθυπουργός έθεσε τρεις προϋποθέσεις για τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. Η εξέτασή τους αποκαλύπτει το μίγμα οικονομικής λογικής και πολιτικής επικοινωνίας.

Πρώτη προϋπόθεση: Δημοσιονομική ισορροπία και πολιτική σταθερότητα

Η σύζευξη αυτών των δύο είναι αποκαλυπτική. Η δημοσιονομική ισορροπία είναι οικονομικός στόχος, η πολιτική σταθερότητα είναι πολιτικό πλεονέκτημα. Η συγχώνευσή τους σε μία προϋπόθεση υποδηλώνει ότι η διατήρηση της πολιτικής εξουσίας παρουσιάζεται ως απαραίτητη για την οικονομική πρόοδο.

Η επαναφορά της προειδοποίησης για τις «περιπέτειες της χώρας μετά την επικράτηση της λαϊκής δημαγωγίας» και τις «αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν με τις ανέξοδες παροχές» ενισχύει το αφήγημα της διχοτόμησης: σταθερότητα vs λαϊκισμός, ρεαλισμός vs αυταπάτες.

Δεύτερη προϋπόθεση: Επαγγελματική κατάρτιση και καλύτερες αμοιβές

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η πιο ενδιαφέρουσα γιατί ο πρωθυπουργός απευθύνει συγκεκριμένη σύσταση στους επιχειρηματίες: «Μην διστάζετε να αμείβετε καλύτερα τους εργαζόμενους να δίνετε κίνητρα και μέρος από τα κέρδη σας».

Αυτή η φράση είναι προβληματική για δύο λόγους:

Πρώτον, μετατοπίζει την ευθύνη για τις αυξήσεις μισθών από την πολιτεία στις επιχειρήσεις. Ενώ ο ΣΕΒ είχε τονίσει ότι «κύριοι υπεύθυνοι για την αύξηση της παραγωγικότητας είναι η πολιτεία και οι επιχειρήσεις», ο πρωθυπουργός εστιάζει μόνο στον ρόλο των επιχειρήσεων.

Δεύτερον, παραβλέπει τα δομικά προβλήματα που εμποδίζουν τις αυξήσεις μισθών. Ο ΣΕΒ είχε εντοπίσει το υψηλό ενεργειακό κόστος, τη χαμηλή παραγωγικότητα, τη γραφειοκρατία, και την αργή δικαιοσύνη ως παράγοντες που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα. Χωρίς την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αυξήσουν τους μισθούς βιώσιμα.

Τρίτη προϋπόθεση: Συνέχιση των μεταρρυθμίσεων

Η τρίτη προϋπόθεση είναι η πιο αόριστη. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη μείωση φορολογικών συντελεστών και «απαρίθμησε μέτρα προς όφελος των επιχειρήσεων», αλλά το δημοσίευμα δεν παραθέτει συγκεκριμένες λεπτομέρειες.

Η φράση «Η δουλειά μας δεν έχει ολοκληρωθεί. Είμαστε στο μέσο της θητείας. Το 2027 θα κριθούμε από τους πολίτες μας» είναι εμφανώς προεκλογική. Υποδηλώνει ότι οι μεταρρυθμίσεις συνεχίζονται, αλλά δεν προσδιορίζει ποιες συγκεκριμένα.

 
Η σύγκριση με την ατζέντα του ΣΕΒ

Η αντίθεση με τις συγκεκριμένες προτάσεις του ΣΕΒ είναι εντυπωσιακή:

  • ΣΕΒ: Θεσμοθέτηση υπεραποσβέσεων ως επενδυτικό κίνητρο
  • Μητσοτάκης: Γενικές αναφορές σε κίνητρα
  • ΣΕΒ: Μαζικές επενδύσεις σε τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, προγράμματα μαθητείας, πανεπιστήμια συνδεδεμένα με την παραγωγή, περισσότεροι απόφοιτοι STEM
  • Μητσοτάκης: Γενική αναφορά σε επαγγελματική κατάρτιση
  • ΣΕΒ: Συγκεκριμένο ενεργειακό πλαίσιο με προβλεψιμότητα και ανταγωνιστικές τιμές
  • Μητσοτάκης: «Πολύ σύντομα θα καταλήξουμε»
  • ΣΕΒ: Κωδικοποίηση και σταθεροποίηση κανόνων, ρητές προθεσμίες, ταχύτερη δικαιοσύνη με εξωδικαστικούς μηχανισμούς
  • Μητσοτάκης: Αναφορά στο ότι «το δημόσιο γίνεται ψηφιακό»

 
Η απουσία διαλόγου με τον ΣΕΒ

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της ομιλίας του πρωθυπουργού είναι η έλλειψη ουσιαστικής ανταπόκρισης στις συγκεκριμένες προτάσεις του ΣΕΒ.

Ο Θεοδωρόπουλος είχε καλέσει σε:

  • «Νέο εθνικό στόχο, την εξέλιξή μας από χώρα κανονική σε χώρα παραγωγική»
  • Συστηματική παρακολούθηση της παραγωγικότητας ως κριτήριο προόδου
  • Ετήσιους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα
  • Αξιολόγηση πολιτικών με βάση την επίδρασή τους στην παραγωγικότητα

Ο Μητσοτάκης δεν ανταποκρίθηκε σε αυτό το όραμα με αντίστοιχη συγκεκριμένη δέσμευση. Η αναφορά στον δείκτη βιομηχανικής παραγωγής (+25%) είναι θετική, αλλά δεν αποτελεί ολοκληρωμένη απάντηση στο ζήτημα της χαμηλής παραγωγικότητας (54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου) που τονίζει ο ΣΕΒ.

 
Η επικοινωνιακή στρατηγική: Μια κριτική ανάλυση

Η λογική του διλήμματος

Η ομιλία του Μητσοτάκη στον ΣΕΒ ακολουθεί μια κλασική επικοινωνιακή στρατηγική: τη δημιουργία ενός δίπολου όπου ο ακροατής καλείται να επιλέξει μεταξύ δύο επιλογών—σταθερότητα ή χάος, ρεαλισμός ή λαϊκισμός, πρόοδος ή οπισθοδρόμηση.

Αυτή η στρατηγική είναι αποτελεσματική στο βραχυπρόθεσμο επίπεδο της πολιτικής επικοινωνίας, αλλά προβληματική για την ουσιαστική πολιτική:

Απλοποιεί τη συζήτηση σε δυαδικούς όρους Αποκλείει τις αποχρώσεις και τις λεπτές διαφοροποιήσεις Εργαλειοποιεί το δίκαιο ερώτημα της σταθερότητας για πολιτικούς σκοπούς Αποφεύγει τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση προβλημάτων

 
Η χρήση του φόβου

Το δημοσίευμα χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ο πρωθυπουργός «επέλεξε να παίξει με το θυμικό και την ανασφάλεια των βιομηχάνων». Η στρατηγική του φόβου—fear appeal στην επικοινωνιακή θεωρία—είναι ένα ισχυρό εργαλείο πειθούς, αλλά εγείρει ηθικά ερωτήματα όταν χρησιμοποιείται για να αποφύγει κανείς την παροχή συγκεκριμένων λύσεων.

 
Το πρόβλημα της υπόσχεσης

Η φράση «πολύ σύντομα θα καταλήξουμε» είναι χαρακτηριστική της ρητορικής της υπόσχεσης. Το δημοσίευμα τη χαρακτηρίζει ως «μία ακόμη υπόσχεση», υποδηλώνοντας ότι δεν είναι η πρώτη φορά. Αυτή η επανάληψη υποσχέσεων χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ή περιεχόμενο διαβρώνει την αξιοπιστία—ακριβώς την ίδια αξιοπιστία που ο πρωθυπουργός επικαλείται ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της κυβέρνησης.

 
Η ειρωνία της στιγμής

Υπάρχει μια βαθιά ειρωνία στο ότι ο πρωθυπουργός επέλεξε να μιλήσει για σταθερότητα και αξιοπιστία στην ίδια εκδήλωση όπου ο πρόεδρος του ΣΕΒ είχε παρουσιάσει μια λεπτομερή, τεκμηριωμένη ανάλυση των δομικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.

 
Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις

Ο ΣΕΒ παρουσίασε:

  • Συγκεκριμένα δεδομένα (25€/ώρα vs 46€, 15% vs 21% επενδύσεις)
  • Διαρθρωτική ανάλυση (γήρανση πληθυσμού, 74% vs 80%+ συμμετοχή στην αγορά εργασίας, ελλείψεις δεξιοτήτων)
  • Συγκεκριμένες προτάσεις (υπεραποσβέσεις, επένδυση σε STEM, ενεργειακό πλαίσιο)
  • Μετρήσιμους στόχους (ετήσιοι στόχοι παραγωγικότητας)

Ο πρωθυπουργός παρουσίασε:

  • Επιτεύγματα χωρίς πλήρη πλαίσιο
  • Πολιτικές προειδοποιήσεις για τον «λαϊκισμό»
  • Γενικές υποσχέσεις («πολύ σύντομα»)
  • Πολιτικά διλήμματα αντί τεχνοκρατικών λύσεων

Η αντίθεση είναι εμφανής: ο ΣΕΒ προσέφερε τεχνοκρατική ανάλυση και συγκεκριμένες προτάσεις, ο πρωθυπουργός προσέφερε πολιτική αφήγηση.

 
Το ενεργειακό κόστος: Η κρίσιμη παράλειψη

Η βιομηχανική πραγματικότητα

Το ενεργειακό κόστος δεν είναι απλώς ένα από τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική βιομηχανία—είναι το πιο επείγον. Ο ΣΕΒ το κατέταξε ως «πυλώνα της παραγωγικότητας» και τόνισε ότι η Ελλάδα «παραμένει στις χειρότερες θέσεις στην ΕΕ», ότι το κόστος «διαβρώνει οριζόντια την ανταγωνιστικότητα» και «επηρεάζει σοβαρά τον πληθωρισμό».

Για την ενεργοβόρο βιομηχανία, όπως τόνισε ο Θεοδωρόπουλος, «είναι ζήτημα επιβίωσης». Αυτή η διατύπωση δεν είναι υπερβολή—αναφέρεται σε επιχειρήσεις που μπορεί να κλείσουν ή να μετεγκατασταθούν αν δεν βρεθεί λύση.

 
Η απουσία λύσης ως πολιτική επιλογή

Η απουσία συγκεκριμένων μέτρων δεν είναι απλώς μια παράλειψη—είναι μια πολιτική επιλογή. Ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να είχε ανακοινώσει:

  • Συγκεκριμένα ποσά στήριξης
  • Χρονοδιάγραμμα εφαρμογής
  • Κριτήρια επιλεξιμότητας
  • Διάρκεια μέτρων

Αντί αυτού, επέλεξε να περιγράψει χαρακτηριστικά («στήριξη ενεργοβόρων βιομηχανιών», «διευρυμένη περίμετρο») και να υποσχεθεί ότι «πολύ σύντομα» θα υπάρξει ανακοίνωση.

 
Οι πιθανές εξηγήσεις

Υπάρχουν τρεις πιθανές εξηγήσεις για αυτή την επιλογή:

  1. Τεχνική Αιτία: Η κυβέρνηση δεν έχει καταλήξει σε συγκεκριμένο σχέδιο. Αυτό όμως εγείρει ερωτήματα: γιατί δεν έχει καταλήξει, όταν το πρόβλημα είναι γνωστό και επείγον;
  2. Δημοσιονομική Αιτία: Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί δεν επιτρέπουν μεγάλα πακέτα στήριξης. Αυτό θα ήταν κατανοητό, αλλά απαιτεί ειλικρίνεια και διάλογο με τις επιχειρήσεις.
  3. Πολιτική Αιτία: Η κυβέρνηση επιλέγει να καθυστερήσει την ανακοίνωση για πολιτικούς λόγους (π.χ. timing ανακοίνωσης, διαπραγμάτευση με άλλους φορείς). Αυτό όμως σημαίνει ότι η πολιτική σκοπιμότητα προηγείται της οικονομικής ανάγκης.

Ανεξάρτητα από την εξήγηση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: οι επιχειρήσεις παραμένουν χωρίς απαντήσεις.

 
Η σταθερότητα ως επιχείρημα: Δύναμη και αδυναμία

Η νομιμότητα της αφήγησης

Είναι αναμφισβήτητο ότι η πολιτική σταθερότητα είναι σημαντική για την οικονομική ανάπτυξη. Η ελληνική εμπειρία της δεκαετούς κρίσης, με διαδοχικές κυβερνήσεις και αλλαγές πολιτικών, το επιβεβαιώνει. Ο πρωθυπουργός έχει δίκιο όταν λέει ότι «η Ελλάδα ήταν παρίας και πλέον δανείζεται φθηνότερα από άλλες χώρες» και ότι αυτό οφείλεται εν μέρει στην αποκατάσταση αξιοπιστίας.

Το παράδειγμα της Γαλλίας, με τις απανωτές πολιτικές κρίσεις της, είναι επίσης επίκαιρο. Η πολιτική αστάθεια έχει πραγματικό κόστος για την οικονομία.

 
Το πρόβλημα της εργαλειοποίησης

Το πρόβλημα δεν είναι η αξία της σταθερότητας per se, αλλά ο τρόπος που χρησιμοποιείται στην πολιτική επικοινωνία. Όταν η σταθερότητα παρουσιάζεται ως υποκατάστατο των συγκεκριμένων λύσεων, όταν χρησιμοποιείται για να δημιουργηθεί φόβος αντί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη, τότε μετατρέπεται από όρο της οικονομικής πολιτικής σε εργαλείο της πολιτικής προπαγάνδας.

Η φράση «Γνωρίζετε πολύ καλά τη συνάρτηση… Δεν υπάρχει οικονομική προοπτική χωρίς πολιτική σταθερότητα» μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους:

Θετική Ανάγνωση: Υπενθύμιση της σημασίας της σταθερότητας για την οικονομική ανάπτυξη

Κριτική Ανάγνωση: Έμμεσο μήνυμα ότι οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή θα θέσει σε κίνδυνο την οικονομία

Η δεύτερη ανάγνωση προβληματίζει, γιατί μετατρέπει τη σταθερότητα από προϋπόθεση ανάπτυξης σε δικαιολογία για πολιτική συντήρηση του status quo.

 
Η απουσία οράματος

Η διαφορά με την ατζέντα του ΣΕΒ

Ίσως η πιο εντυπωσιακή απουσία από την ομιλία του πρωθυπουργού είναι η έλλειψη αντίστοιχου οράματος με εκείνο που παρουσίασε ο ΣΕΒ. Ο Θεοδωρόπουλος είχε καλέσει σε ένα «νέο εθνικό στόχο, την εξέλιξή μας από χώρα κανονική σε χώρα παραγωγική».

Αυτό είναι ένα σαφές, συγκεκριμένο, μετρήσιμο όραμα. Συνοδευόταν από:

  • Ετήσιους στόχους παραγωγικότητας
  • Μετρήσιμα αποτελέσματα
  • Αξιολόγηση πολιτικών με βάση την επίδρασή τους στην παραγωγικότητα
  • Συγκεκριμένα εργαλεία (υπεραποσβέσεις, STEM, ενεργειακό πλαίσιο)

Ο πρωθυπουργός δεν ανταποκρίθηκε με αντίστοιχο όραμα. Παρουσίασε επιτεύγματα, υποσχέθηκε συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, προειδοποίησε για τους κινδύνους του λαϊκισμού, αλλά δεν διατύπωσε έναν εξίσου σαφή στρατηγικό στόχο για την επόμενη φάση.

 
Η διαφορά μεταξύ διαχείρισης και μετασχηματισμού

Η ομιλία του πρωθυπουργού προβάλλει μια λογική διαχείρισης: διατήρηση των επιτευγμάτων, συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, αποφυγή κινδύνων. Η ομιλία του ΣΕΒ προβάλλει μια λογική μετασχηματισμού: ποιοτικό άλμα από την κανονικότητα στην παραγωγικότητα.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η διαχείριση επαρκεί για τη διατήρηση του υπάρχοντος, αλλά δεν αρκεί για την επίτευξη του επόμενου σταδίου ανάπτυξης—ειδικά όταν, όπως επισημαίνει ο ΣΕΒ, η παραγωγικότητα έχει παραμείνει στάσιμη για 30 χρόνια και η απόσταση από την Ευρώπη μεγαλώνει.

 
Συμπεράσματα: Η χαμένη ευκαιρία

Η Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ ήταν μια ευκαιρία για ουσιαστικό διάλογο μεταξύ πολιτείας και επιχειρηματικής κοινότητας. Ο ΣΕΒ παρουσίασε μια ολοκληρωμένη στρατηγική με συγκεκριμένες προτάσεις. Η απάντηση που έλαβε ήταν πολιτική ρητορική αντί τεχνοκρατικών λύσεων.

 
Τα βασικά ευρήματα

  1. Απουσία Συγκεκριμένων Μέτρων για το Ενεργειακό Κόστος

Το πιο επείγον πρόβλημα που αντιμετωπίζει η βιομηχανία έλαβε μόνο μια υπόσχεση για λύση «πολύ σύντομα». Αυτό αποτελεί σημαντική αποτυχία της κυβερνητικής επικοινωνίας και πολιτικής.

  1. Προτεραιότητα στην Πολιτική Αφήγηση

Ο πρωθυπουργός επέλεξε να εστιάσει στο δίλημμα σταθερότητας vs λαϊκισμού, χρησιμοποιώντας την επενδυτική ανασφάλεια ως πολιτικό εργαλείο. Αυτή η προσέγγιση, ενώ μπορεί να είναι αποτελεσματική πολιτικά βραχυπρόθεσμα, δεν απαντά στις ουσιαστικές ανάγκες των επιχειρήσεων.

  1. Απουσία Αντίστοιχου Οράματος

Η κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στο φιλόδοξο όραμα του ΣΕΒ για μετάβαση από την «κανονική χώρα» στην «παραγωγική χώρα» με αντίστοιχη στρατηγική και συγκεκριμένους στόχους.

  1. Μετατόπιση Ευθυνών

Η σύσταση προς τις επιχειρήσεις να «μην διστάζουν να αμείβουν καλύτερα τους εργαζόμενους» μετατοπίζει την ευθύνη χωρίς να αντιμετωπίζει τα δομικά προβλήματα που εμποδίζουν τις βιώσιμες αυξήσεις μισθών.

  1. Έμφαση στο Παρελθόν Αντί για το Μέλλον

Σημαντικό μέρος της ομιλίας αφιερώθηκε σε επιτεύγματα και προειδοποιήσεις για το τι θα μπορούσε να συμβεί αν επανέλθει ο «λαϊκισμός», αντί για συγκεκριμένες προτάσεις για το μέλλον.

 
Οι ευρύτερες συνέπειες

Η προσέγγιση αυτή έχει ευρύτερες συνέπειες πέρα από την εκδήλωση του ΣΕΒ:

Για τη Σχέση Πολιτείας-Επιχειρήσεων: Όταν ο διάλογος μετατρέπεται σε μονόλογο πολιτικής επικοινωνίας, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται προβλεψιμότητα και συγκεκριμένες απαντήσεις, όχι υποσχέσεις και πολιτικές προειδοποιήσεις.

Για την Αξιοπιστία: Η επανειλημμένη υπόσχεση λύσεων που δεν υλοποιούνται διαβρώνει ακριβώς εκείνη την αξιοπιστία που η κυβέρνηση επικαλείται ως το μεγαλύτερο επίτευγμά της.

Για τη Δημόσια Συζήτηση: Η δημιουργία δυαδικών διλημμάτων (σταθερότητα vs λαϊκισμός) φτωχαίνει τη δημόσια συζήτηση και εμποδίζει τον εποικοδομητικό διάλογο για τις πραγματικές προκλήσεις.

Για την Οικονομική Πολιτική: Όταν η πολιτική επικοινωνία προηγείται της ουσιαστικής πολιτικής, οι ευκαιρίες για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις χάνονται.

 
Η ανάγκη για διαφορετική προσέγγιση

Η σύγκριση της ομιλίας του Μητσοτάκη με την ατζέντα του ΣΕΒ αποκαλύπτει την ανάγκη για διαφορετική προσέγγιση:

Από την Πολιτική Ρητορική στην Τεχνοκρατική Λύση: Η πολιτική επικοινωνία έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις συγκεκριμένες απαντήσεις σε επείγοντα προβλήματα.

Από το Φόβο στο Όραμα: Η προειδοποίηση για τους κινδύνους του λαϊκισμού είναι λιγότερο εμπνευστική από ένα σαφές όραμα για το μέλλον.

Από τη Διαχείριση στον Μετασχηματισμό: Η διατήρηση των επιτευγμάτων δεν αρκεί όταν η χώρα χρειάζεται ποιοτικό άλμα σε παραγωγικότητα.

Από τη Μετατόπιση Ευθυνών στην Αναλήψη Ευθυνών: Η πολιτεία πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της για τη δημιουργία των προϋποθέσεων (ενεργειακό κόστος, γραφειοκρατία, δικαιοσύνη, εκπαίδευση) που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να αυξήσουν μισθούς και παραγωγικότητα.

 
 Η τιμή της ευκαιρίας

Η Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ ήταν μια ευκαιρία για ουσιαστική συμφωνία σε μια κοινή στρατηγική. Ο ΣΕΒ παρουσίασε έναν οδικό χάρτη για τη μετάβαση από την «κανονική χώρα» στην «παραγωγική χώρα». Ο πρωθυπουργός απάντησε με πολιτική ρητορική.

Το κόστος αυτής της χαμένης ευκαιρίας δεν μετριέται μόνο σε χαμένο χρόνο ή χαμένες δυνατότητες διαλόγου. Μετριέται σε επιχειρήσεις που συνεχίζουν να πληρώνουν υπερβολικό ενεργειακό κόστος, σε επενδύσεις που καθυστερούν λόγω γραφειοκρατίας, σε παραγωγικότητα που παραμένει στάσιμη.

Όταν ο πρωθυπουργός λέει «Η δουλειά μας δεν έχει ολοκληρωθεί. Είμαστε στο μέσο της θητείας. Το 2027 θα κριθούμε από τους πολίτες μας», έχει δίκιο. Αλλά η κρίση δεν θα είναι μόνο πολιτική—θα είναι οικονομική. Και το κριτήριο δεν θα είναι μόνο η διατήρηση της σταθερότητας, αλλά και η επίτευξη του επόμενου σταδίου ανάπτυξης.

Για να το πετύχει αυτό, η κυβέρνηση χρειάζεται να μετατρέψει την πολιτική ρητορική σε συγκεκριμένες πολιτικές, τις υποσχέσεις σε υλοποιήσεις, και το δίλημμα σταθερότητας vs λαϊκισμού σε ένα κοινό όραμα μετασχηματισμού. Διαφορετικά, ο κίνδυνος δεν είναι ο «λαϊκισμός» που προειδοποιεί ο πρωθυπουργός, αλλά η στασιμότητα που περιγράφει ο ΣΕΒ—μια στασιμότητα που, σε ένα ταχύτατα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, ισοδυναμεί με οπισθοδρόμηση.

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα