Βιομηχανία: Το κενό που κανείς δεν θέλει να ονομάσει

Η παρέμβαση Στασινόπουλου στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒΠΕ&ΔΕ αναδεικνύει την παραγωγική αναιμία της ελληνικής οικονομίας και θέτει ξανά ένα ερώτημα που παραμένει χωρίς πολιτική απάντηση: γιατί η Ελλάδα δεν έχει Υπουργείο Βιομηχανίας;

 
Η Ελλάδα εργάζεται περισσότερο από σχεδόν κάθε χώρα στην ΕΕ — και παράγει λιγότερο κατά κεφαλήν από τους περισσότερους. Αυτή η αντίφαση δεν είναι αίνιγμα. Είναι η αναγκαία συνέπεια μιας οικονομίας που δεν επένδυσε συστηματικά στις βιομηχανικές της υποδομές. Ο Μιχάλης Στασινόπουλος, Πρόεδρος της Ελληνικής Παραγωγής και της Viohalco S.A., το είπε χωρίς περιστροφές στη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων & Βιομηχανιών Πελοποννήσου & Δυτικής Ελλάδος στο Ρίο, στις 7 Ιουνίου 2026. Το ερώτημα δεν είναι πια αν η χώρα έχει πρόβλημα βιομηχανικής υποστήριξης. Είναι γιατί αρνείται να το αντιμετωπίσει πολιτικά.

Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος – Προέδρος ∆.Σ. ΣΕΒ & Προέδρος και Διευθύνων Σύμβουλος BESPOKE SGA HOLDINGS ΑΕ, ο κ. Νίκος Βέττας – Γενικός Διευθυντής ΙΟΒΕ και Καθηγητής Οικονομικού́ Πανεπιστήμιου Αθηνών και ο κ. Κλεομένης Μπάρλος – Προέδρος ∆.Σ. ΣΕΒΠΕ&∆Ε.

 
Το παράδοξο της ελληνικής παραγωγικότητας

Ο δείκτης παραγωγικότητας εργασίας μετρά την αξία που παράγεται ανά εργαζόμενο ή ανά ώρα εργασίας. Η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των τελευταίων στην ΕΕ σε αυτόν τον δείκτη — παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι εργάζονται κατά μέσο όρο 1.886 ώρες ετησίως, έναντι 1.349 ωρών για τους Γερμανούς (ΟΟΣΑ, 2024). Η ερμηνεία που δίνει ο Στασινόπουλος είναι ακριβής και τεκμηριωμένη: η παραγωγικότητα δεν είναι συνάρτηση της προσωπικής προσπάθειας αλλά της παραγωγικής δομής. Μια γραμμή παραγωγής σε βιομηχανικό περιβάλλον παράγει εκατοντάδες φορές περισσότερο ανά ώρα από έναν εργαζόμενο στον τουρισμό ή στο λιανεμπόριο.

Συγκριτικά στοιχεία: Παραγωγικότητα & Βιομηχανία

Χώρα ΑΕΠ/κεφαλή (€) Ώρες/έτος Βιομηχανία % ΑΕΠ
Γερμανία ~39.000 1.349 ~25%
Ευρωζώνη (μ.ό.) ~34.000 1.571 ~19%
Ελλάδα ~20.000 1.886 ~10%

Πηγές: ΟΟΣΑ 2024, Eurostat 2023. Εκτιμήσεις στρογγυλοποιημένες.

Τρία δομικά εμπόδια που παραμένουν άλυτα

Ο Στασινόπουλος επέλεξε να εστιάσει σε τρία συγκεκριμένα εμπόδια που δεν αφορούν ιδεολογικές αντιπαραθέσεις αλλά ρυθμιστικά κενά με μετρήσιμο κόστος. Πρώτο, η απουσία εργαλείων ταχύτερων αποσβέσεων: η Ελλάδα παραμένει ίσως η μοναδική χώρα μεταξύ των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ που δεν έχει υιοθετήσει σχετικά κίνητρα επιτάχυνσης αποσβέσεων για βιομηχανικές επενδύσεις. Αυτό καθιστά τη μακροπρόθεσμη χρηματοδοτική εξίσωση δυσμενέστερη έναντι ανταγωνιστικών χωρών. Δεύτερο, το ενεργειακό κόστος: παρά τις σημαντικές επενδύσεις στις ανανεώσιμες, οι βιομηχανικοί καταναλωτές στην Ελλάδα εξακολουθούν να επιβαρύνονται με υψηλότερα τιμολόγια έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, κάτι που διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα ενεργο-εντατικών κλάδων. Τρίτο, η χωροταξία: η έλλειψη ολοκληρωμένου σχεδιασμού για βιομηχανικές ζώνες δημιουργεί νομική αβεβαιότητα και καθυστερήσεις αδειοδότησης που αποθαρρύνουν επενδύσεις ακόμη και όταν υπάρχει επιχειρηματική βούληση.

«Χρειαζόμαστε μια πολιτική και εθνική επανατοποθέτηση με προτεραιοποίηση της Βιομηχανίας ώστε να έχει στο δημόσιο διάλογο τη θέση που πρέπει.»

— Μιχάλης Στασινόπουλος, Πρόεδρος Ελληνικής Παραγωγής / Viohalco S.A., 7.6.2026

 
Το θεσμικό κενό: γιατί δεν υπάρχει Υπουργείο Βιομηχανίας

Η πλέον πολιτικά φορτισμένη παρατήρηση του Στασινόπουλου είναι η απαίτηση για αυτοτελές Υπουργείο Βιομηχανίας. Το επιχείρημα δεν είναι γραφειοκρατικό — είναι στρατηγικό. Η διασπορά αρμοδιοτήτων (Ανάπτυξη, Περιβάλλον, Ενέργεια, Υποδομές) σε πολλαπλά υπουργεία αποδυναμώνει την ικανότητα άσκησης συνεκτικής βιομηχανικής πολιτικής. Δεν υπάρχει σήμερα ένας υπουργός που να λογοδοτεί ειδικά για τη βιομηχανική παραγωγική βάση της χώρας. Σε αντίθεση, χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία διαθέτουν εξειδικευμένες δομές υπουργικής εκπροσώπησης για τη βιομηχανία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξάλλου, επανέφερε στην ατζέντα της τον βιομηχανικό μετασχηματισμό ως πυρήνα ανταγωνιστικότητας — με αφορμή και την έκθεση Draghi.

 
Παραγωγικότητα ≠ κόπος: η εννοιολογική διόρθωση που μετράει

Ένα από τα πιο αναγκαία σημεία της παρέμβασης αφορά τον εννοιολογικό αφοπλισμό ενός εθνικού αντανακλαστικού: το σύνδρομο της χαμηλής παραγωγικότητας ως αυτοκατηγορία. Ο Στασινόπουλος το τοποθέτησε σωστά: η παραγωγικότητα εργασίας δεν αντικατοπτρίζει ατομική προσπάθεια αλλά το βαθμό εκβιομηχάνισης. Μια χώρα με 10% του ΑΕΠ από βιομηχανία θα έχει πάντα χαμηλότερη παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο από μια χώρα με 25% — ανεξαρτήτως ηθικής. Αυτή η διόρθωση δεν είναι απλώς θεωρητική: έχει άμεσες συνέπειες στη δημόσια συζήτηση περί μεταρρυθμίσεων, αφού η εναλλακτική που προκύπτει δεν είναι «να δουλεύουμε περισσότερο» αλλά «να επενδύσουμε διαφορετικά».

 
Ανθεκτικότητα και κοινωνική συνοχή: η βιομηχανία ως ασφαλιστική δικλίδα

Η σύνδεση βιομηχανίας-ανθεκτικότητας-κοινωνικής συνοχής που επισημαίνει ο Στασινόπουλος δεν είναι ρητορική. Η πανδημία του 2020 και ο πόλεμος στην Ουκρανία έδειξαν ότι οικονομίες με αδύναμο μεταποιητικό ιστό είναι ευάλωτες σε εξωγενείς κλυδωνισμούς εφοδιαστικών αλυσίδων και ενεργειακής τιμολόγησης. Η Ελλάδα, με υπερεξάρτηση από τουρισμό και εισαγωγές, εμφάνισε αυτή την ευθραυστότητα με πλήρη ένταση. Παράλληλα, η βιομηχανία τείνει να δημιουργεί υψηλότερης ποιότητας, πιο σταθερή και καλύτερα αμειβόμενη απασχόληση από τον τριτογενή τομέα — γεγονός που συνδέεται άμεσα με κοινωνικούς δείκτες ανισότητας και φτώχειας.

 
Τι λέει η παρέμβαση για την κατάσταση του δημοσίου διαλόγου

Η παρέμβαση Στασινόπουλου διαβάζεται και ως ένδειξη κόπωσης του ιδιωτικού τομέα από τη δομική σιωπή της πολιτείας. Δεν πρόκειται για πρωτοφανές επιχείρημα — η ανάγκη βιομηχανικής αναβάθμισης έχει κατατεθεί επανειλημμένα σε φόρα, εκθέσεις και ινστιτούτα. Αυτό που ανανεώνει η συγκεκριμένη παρέμβαση είναι η ανοικτή διεκδίκηση θεσμικής απάντησης: όχι μόνο κίνητρα ή απλοποίηση αδειοδότησης, αλλά ανασχεδιασμός του ίδιου του κρατικού αρχιτεκτονήματος της βιομηχανικής πολιτικής. Ο ΣΕΒΠΕ&ΔΕ, ο ΣΕΒ, το ΙΟΒΕ και η Ελληνική Παραγωγή συγκλίνουν σε αυτή τη διάγνωση. Η απόκλιση βρίσκεται στον βαθμό πολιτικής βούλησης — και εκεί το κενό παραμένει ανέγγιχτο.

 
Μια άλλη ανάγνωση

Η συζήτηση επικεντρώνεται στο «τι χρειάζεται η βιομηχανία» — φορολογικά κίνητρα, ενεργειακό κόστος, χωροταξία. Η ιδέα που λείπει από το αφήγημα είναι η ζήτηση: ποιοι είναι οι μελλοντικοί αγοραστές της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής; Η αναβιομηχάνιση χωρίς στρατηγική εξαγωγών και διείσδυσης σε νέες αγορές (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική) είναι υποδομή χωρίς προορισμό. Η Ελληνική Παραγωγή — και ο δημόσιος διάλογος γύρω της — τείνει να μένει στην πλευρά της προσφοράς. Το ερώτημα της ζήτησης, δηλαδή ποιος θα αγοράσει αυτά που θα παράξουμε και με ποια ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, παραμένει συστηματικά αναπάντητο.

 
Ανάλυση: mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

© mywaypress.gr — Αναλυτική δημοσιογραφία

Σχετικά Άρθρα