Ποιος πληρώνει ήδη σήμερα τη σταθερότητα των ελληνικών εσόδων (2)

Το πρώτο μέρος έδειξε γιατί η ευρωπαϊκή εναρμόνιση κατά της φοροαποφυγής μεταθέτει, αντί να λύνει, το πρόβλημα της φορολογικής δικαιοσύνης. Τα φρέσκα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η μετάθεση αυτή δεν είναι υποθετικό σενάριο του μέλλοντος — είναι ήδη η λειτουργική αρχιτεκτονική του ελληνικού φορολογικού συστήματος.

 
Γιατί έχει σημασία

  • Η κατανάλωση σηκώνει το βάρος. Η Ελλάδα αντλεί το 40,7% των φορολογικών της εσόδων από ΦΠΑ και ειδικούς φόρους κατανάλωσης — έναντι μέσου όρου ΟΟΣΑ 31,2%. Είναι η 5η υψηλότερη εξάρτηση από έμμεση φορολογία στον Οργανισμό.
  • Το παράδοξο. Ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων συνεισφέρει μόλις 15,5% των εσόδων — έναντι 23,7% μέσου όρου ΟΟΣΑ. Ο εργαζόμενος πληρώνει λιγότερο απευθείας, αλλά πολύ περισσότερο έμμεσα, μέσω εισφορών και κατανάλωσης.
  • Τρία κανάλια, ένας στόχος. Οι ασφαλιστικές εισφορές αντιστοιχούν στο 29,6% των εσόδων, έναντι 24,8% στον ΟΟΣΑ — η Ελλάδα φορολογεί την εργασία μέσω τριών παράλληλων καναλιών (εισφορές, ΦΠΑ, ειδικός φόρος κατανάλωσης) πιο βαριά απ’ ό,τι μέσω του άμεσου φόρου εισοδήματος.
  • Η αναποτελεσματικότητα ως αδικία. Η αποτελεσματικότητα είσπραξης ΦΠΑ στην Ελλάδα είναι η χειρότερη στην Ε.Ε. (δείκτης 0,43) — που σημαίνει ότι το χάσμα ανάμεσα στο θεωρητικά εισπράξιμο και το πραγματικά εισπραττόμενο ΦΠΑ είναι τεράστιο, και το βάρος πέφτει δυσανάλογα σε όσους ήδη πληρώνουν κανονικά.
  • Η συγκέντρωση. Η εταιρική φορολογική βάση παραμένει στενή και συγκεντρωμένη: μόλις 20 εισηγμένες κατέβαλαν το 86% του συνολικού φόρου εισοδήματος που πλήρωσαν οι 130 εισηγμένες το 2025 — μικρογραφία του ευρωπαϊκού προτύπου όπου οι μεγάλες πολυεθνικές παράγουν σχεδόν τα μισά έσοδα εταιρικού φόρου στην Ε.Ε.

 
Το πλαίσιο: από το ευρωπαϊκό τρίλημμα στο εθνικό ισοζύγιο

Το πρώτο μέρος αυτής της ανάλυσης εξέτασε το εύρημα του Bruegel: η επιτυχία της Ε.Ε. στην καταπολέμηση της μεταφοράς κερδών αφαίρεσε έναν αθέατο μηχανισμό που εξισορροπούσε τις φορολογικές διαφορές ανάμεσα στα κράτη-μέλη, αυξάνοντας την ευαισθησία της επένδυσης στους εθνικούς συντελεστές. Το ερώτημα που έμεινε ανοιχτό ήταν πρακτικό: αν η εταιρική φορολογική βάση γίνεται πιο δύσκολο να προστατευθεί χωρίς εναρμόνιση, και αν η εναρμόνιση παραμένει πολιτικά αδύνατη λόγω της ομοφωνίας, το δημοσιονομικό κενό δεν εξαφανίζεται. Μετατοπίζεται.

Τα στοιχεία που δημοσίευσε ο ΟΟΣΑ στην ετήσια έκθεση Revenue Statistics 2025 δείχνουν πού έχει ήδη μετατοπιστεί, στην περίπτωση της Ελλάδας: όχι στο μέλλον, αλλά στη σημερινή, καταγεγραμμένη αρχιτεκτονική των εσόδων του κράτους.

 
Τα νούμερα: μια οικονομία που φορολογεί την κατανάλωση, όχι το κεφάλαιο

Σύμφωνα με τα στοιχεία χρήσης 2024 που επεξεργάστηκε ο ΟΟΣΑ, η Ελλάδα καταλαμβάνει θέση στην πρώτη πεντάδα των 38 χωρών-μελών ως προς την εξάρτηση από έμμεση φορολογία.

40,7%

ΕΜΜΕΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

Μερίδιο ΦΠΑ+ΕΦΚ στα συνολικά φορολογικά έσοδα Ελλάδας (ΟΟΣΑ μ.ό.: 31,2%)

15,5%

ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ Φ.Π.

Μερίδιο στα συνολικά έσοδα (ΟΟΣΑ μ.ό.: 23,7%)

29,6%

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ

Μερίδιο στα συνολικά έσοδα (ΟΟΣΑ μ.ό.: 24,8%)

 

39,3%

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Tax wedge μέσου μισθωτού, 2025 (ΟΟΣΑ μ.ό.: 35,1%)

37,5%

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΕ 2 ΠΑΙΔΙΑ

Tax wedge — 4η υψηλότερη στον ΟΟΣΑ (μ.ό.: 26,2%)

0,43

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΦΠΑ

Δείκτης είσπραξης — χειρότερος στην Ε.Ε. μαζί με Ιταλία

 
Το φαινομενικό παράδοξο —χαμηλός άμεσος φόρος εισοδήματος, αλλά υψηλή συνολική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας— εξηγείται από τον συνδυασμό των τριών καναλιών. Ο μισθωτός πληρώνει λιγότερο μέσω της κλίμακας φόρου εισοδήματος, αλλά η διαφορά αναπληρώνεται πολλαπλάσια μέσω εισφορών κοινωνικής ασφάλισης —σχεδόν πέντε ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο όρο ΟΟΣΑ— και μέσω ΦΠΑ και ειδικών φόρων κατανάλωσης στην καθημερινή δαπάνη του ίδιου εισοδήματος. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα όπου η πραγματική φορολογική «υπογραφή» της εργασίας είναι πολύ βαρύτερη απ’ όσο δείχνει η κλίμακα του φόρου εισοδήματος από μόνη της.

Η Ελλάδα δεν φορολογεί λιγότερο την εργασία — τη φορολογεί μέσω περισσότερων, λιγότερο ορατών καναλιών. Και φορολογεί την κατανάλωση με τρόπο που η ίδια η αναποτελεσματικότητα είσπραξης μετατρέπει σε πρόσθετη αδικία: όσοι δεν μπορούν να αποφύγουν τον ΦΠΑ, τον πληρώνουν εξ ολοκλήρου· όσοι έχουν τρόπο να τον αποφύγουν, καλύπτουν ένα ολοένα μικρότερο μέρος του δείκτη 0,43.

 
Η συγκέντρωση της εταιρικής βάσης: η ελληνική εκδοχή ενός ευρωπαϊκού μοτίβου

Το πρώτο μέρος της ανάλυσης είχε επισημάνει ότι, σε επίπεδο Ε.Ε., οι μεγάλες πολυεθνικές εντός του πεδίου εφαρμογής του Pillar Two —όσες δηλαδή έχουν ενοποιημένα έσοδα άνω των 750 εκατ. ευρώ— παρήγαγαν το 47,1% των συνολικών εσόδων εταιρικού φόρου στην Ένωση το 2022. Η ελληνική εικόνα αναπαράγει το ίδιο μοτίβο σε μικρογραφία: πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι μόλις 20 από τις περίπου 130 εισηγμένες εταιρείες στο Χρηματιστήριο Αθηνών κατέβαλαν το 86% του συνολικού φόρου εισοδήματος που πλήρωσε το σύνολο των εισηγμένων για το 2025 — περίπου 2,6 δισ. ευρώ.

Η σύγκλιση αυτή δεν είναι συμπτωματική. Και στα δύο επίπεδα, εθνικό και ενωσιακό, η εταιρική φορολογική βάση είναι δομικά στενή και συγκεντρωμένη σε λίγους μεγάλους παίκτες — γεγονός που την καθιστά ταυτόχρονα εύκολο στόχο ελέγχου (λίγες οντότητες να παρακολουθηθούν) αλλά και ευάλωτη σε κάθε μεταβολή της διεθνούς φορολογικής αρχιτεκτονικής, ακριβώς επειδή λίγες αποφάσεις μεγάλων ομίλων μπορούν να μετακινήσουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος των εσόδων.

 
Κριτική αποτίμηση: επιλογή πολιτικής ή δομική αναγκαιότητα;

Η εξάρτηση από την έμμεση φορολογία συχνά παρουσιάζεται ως τεχνική αναγκαιότητα —η κατανάλωση είναι πιο εύκολο να φορολογηθεί αποτελεσματικά από το εισόδημα ή το κεφάλαιο, ιδίως σε μια οικονομία με ιστορικά υψηλή φοροδιαφυγή στον άμεσο φόρο. Αυτό το επιχείρημα έχει βάση, αλλά δεν εξηγεί πλήρως το ελληνικό μοτίβο. Ο συνδυασμός υψηλής έμμεσης φορολογίας με χαμηλή αποτελεσματικότητα είσπραξης ΦΠΑ (δείκτης 0,43) υποδηλώνει κάτι διαφορετικό: ένα σύστημα που επιλέγει να αυξάνει τους συντελεστές και το εύρος της έμμεσης φορολογίας αντί να επενδύσει στο κλείσιμο του χάσματος είσπραξης — επειδή η πρώτη επιλογή αποδίδει έσοδα άμεσα και προβλέψιμα, ενώ η δεύτερη απαιτεί διοικητική ικανότητα και πολιτικό κόστος απέναντι σε ομάδες συμφερόντων με ισχυρή ικανότητα αντίστασης.

Υπάρχει, επιπλέον, ένα δημοσιονομικό κίνητρο που σπάνια συζητείται ανοιχτά: η υπερεκτέλεση των εσόδων από έμμεση φορολογία —σε περιόδους ανάκαμψης κατανάλωσης και πληθωρισμού— τροφοδοτεί άμεσα το αφήγημα του πρωτογενούς πλεονάσματος που η Αθήνα επικαλείται διεθνώς ως απόδειξη δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Ένα σύστημα εσόδων που «υπεραποδίδει» μέσω ΦΠΑ σε συνθήκες ακρίβειας δεν έχει το ίδιο πολιτικό κίνητρο να διορθώσει την αναποτελεσματικότητα είσπραξης όσο θα είχε αν τα έσοδα υστερούσαν — η αδικία της κατανομής του βάρους γίνεται, παράδοξα, λειτουργικό συστατικό της αφήγησης σταθερότητας.

 
Το στρατηγικό διακύβευμα: δύο συγκλίνοντες περιορισμοί

Το ερώτημα που συνδέει τα δύο μέρη αυτής της ανάλυσης είναι το εξής: τι συμβαίνει όταν δύο ανεξάρτητοι περιορισμοί —ο ευρωπαϊκός (στενότερη εταιρική βάση, μεγαλύτερη ευαισθησία επένδυσης σε φορολογικές διαφορές) και ο εθνικός (ήδη υπερφορτωμένη έμμεση φορολογία και εργασία)— συγκλίνουν στο ίδιο σημείο; Αν η Ε.Ε. προχωρήσει προς εναρμόνιση των εταιρικών συντελεστών, η Ελλάδα χάνει έναν ακόμη εναπομείναντα μοχλό εθνικής δημοσιονομικής προσαρμογής, ακριβώς τη στιγμή που η εγχώρια φορολογική βάση είναι ήδη στενή στο πάνω άκρο (λίγες μεγάλες εταιρείες) και υπερφορτωμένη στο κάτω άκρο (κατανάλωση και εργασία). Αν, αντίθετα, η κυριαρχία διατηρηθεί χωρίς εναρμόνιση, η αυξημένη ευαισθησία της επένδυσης στις φορολογικές διαφορές —όπως τεκμηριώνεται στο πρώτο μέρος— θα ασκεί συνεχή πίεση προς τα κάτω στον ελληνικό εταιρικό συντελεστή, στενεύοντας ακόμη περισσότερο την ήδη συγκεντρωμένη εταιρική βάση και μεταθέτοντας εκ νέου το βάρος στην κατανάλωση και την εργασία.

Και στα δύο σενάρια, η κατεύθυνση της πίεσης είναι η ίδια. Αυτό δεν είναι απλώς ελληνική ιδιαιτερότητα — είναι δομικό χαρακτηριστικό μικρών, ανοιχτών οικονομιών εντός νομισματικής ένωσης χωρίς πλήρη δημοσιονομική ένωση: όταν οι μοχλοί νομισματικής και εταιρικής φορολογικής πολιτικής περιορίζονται σταδιακά, ό,τι απομένει διαθέσιμο —έμμεση φορολογία, εισφορές, ακίνητη περιουσία— επωμίζεται δυσανάλογα το κόστος προσαρμογής.

 
Η μεγάλη εικόνα

Το πρωτογενές πλεόνασμα που η Ελλάδα επιδεικνύει διεθνώς ως απόδειξη δημοσιονομικής ωριμότητας στηρίζεται εν μέρει σε μια πηγή εσόδων —την υπερεκτέλεση της έμμεσης φορολογίας— που η ίδια η δομή της επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα. Αν στο μέλλον η Ε.Ε. ή ο ΟΟΣΑ ασκήσουν πίεση για μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη —μείωση της εξάρτησης από τον ΦΠΑ, κλείσιμο του χάσματος είσπραξης, μετατόπιση προς την άμεση φορολογία— αυτή η πίεση θα συγκρουστεί με ένα αφήγημα δημοσιονομικής αξιοπιστίας που η ίδια η Αθήνα έχει επενδύσει δεκαετία να χτίσει απέναντι στις αγορές. Το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιος πληρώνει σήμερα» — είναι αν η χώρα έχει, ή θέλει να αποκτήσει, ένα δημοσιονομικό αφήγημα που να αντέχει σε πιο δίκαιη κατανομή του βάρους χωρίς να θεωρηθεί υποχώρηση.

 
Πηγές: ΟΟΣΑ, Revenue Statistics 2025 και Taxing Wages 2026· Tax Foundation Europe, European Tax Policy Scorecard 2025· δημοσιεύματα Δεκεμβρίου 2025 βάσει έκθεσης ΟΟΣΑ (Sofokleousin, Τα Νέα, Huffington Post Greece, Naftemporiki, Parapolitika)· Naftemporiki, στοιχεία φόρου εισοδήματος εισηγμένων 2025. Ανάλυση και αξιολόγηση: LENS της mywaypress.gr, σε συνέχεια του άρθρου «Το φορολογικό τρίλημμα της Ευρώπης».

 
Συντακτική σημείωση & πολιτική AI: Κάθε δημοσιευμένο άρθρο στο  mywaypress.gr αποτελεί προϊόν ουσιαστικού συντακτικού ελέγχου και ανθρώπινης επιμέλειας, η οποία φέρει την αποκλειστική συντακτική ευθύνη του περιεχομένου (EU AI Act, Art. 50.4). Τηρούμε πλήρως τους κανόνες διαφάνειας και τις εκάστοτε οδηγίες των Εθνικών Αρχών Εποπτείας της Αγοράς.

Φωτογραφία / Εικονογράφηση: Δημιουργήθηκε με χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης (AI Generated Image).

Ανάλυση και σύνθεση: mywaypress.gr

© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

Σχετικά Άρθρα