Eurobank: Αγκάθι το υψηλό ποσοστό των μακροχρονίων ανέργων
• Ο ετήσιος ρυθμός πτώσης του ποσοστού της ανεργίας αυξάνεται. Ωστόσο το εν λόγω μέγεθος εξακολουθεί να παραμένει απαγορευτικό για την συρρίκνωση του αριθμού των ανέργων ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού σε επίπεδα τουλάχιστον μικρότερα του 20% και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
• Τροχοπέδη για την ανάκαμψη και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας το υψηλό ποσοστό των μακροχρονίων ανέργων.
• Απαιτείται διαρκής εγρήγορση για την καταπολέμηση της ανεργίας έτσι ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο μετατροπής της κυκλικής συνιστώσας της ανεργίας σε δομική.
• Προσήλωση στην δημοσιονομική εξυγίανση, στην αύξηση της αξιοπιστίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής (συνεπείς και εφικτές εξαγγελίες) και στην προοπτική για βιώσιμη οικονομική μεγέθυνση.
Ο ετήσιος ρυθμός πτώσης του ποσοστού της ανεργίας αυξάνεται. Ωστόσο το εν λόγω μέγεθος εξακολουθεί να παραμένει απαγορευτικό για την συρρίκνωση του αριθμού των ανέργων ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού σε επίπεδα τουλάχιστον μικρότερα του 20% και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, σημειώνουν στην σημερινή έκδοση «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank, οι αναλυτές Στυλιανός Γ. Γώγος, Οικονομικός Αναλυτής και Μαρία Πρανδέκα Οικονομικός Αναλυτής.
Όπως αναφέρουν αναλυτικά: «Σύμφωνα με τα επίσημα δημοσιευμένα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ), για τον μήνα Ιούλιο καταγράφηκε περαιτέρω μείωση του ποσοστού της ανεργίας στο 26,35% (βλέπε Σχήμα 1). Σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2013 το προαναφερθέν μέγεθος ισοδυναμεί με πτώση της τάξης των 1,45 ποσοστιαίων μονάδων (ΠΜ) ενώ σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα του ίδιου έτους (Ιούνιος 2014) η πτώση που καταγράφηκε ήταν τάξης των 0,37 ΠΜ. Σύμφωνα και με τα δεδομένα των προηγούμενων μηνών παρατηρούμε ότι αναπτύσσεται μια δυναμική επιτάχυνσης του ρυθμού μείωσης του ποσοστού της ανεργίας. Πιο συγκεκριμένα, για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο, η ετήσια μεταβολή (2013 – 2014) ήταν του μεγέθους των -0,03, -0,42, -0,99, -0,89 και -1,45 ΠΜ αντίστοιχα.
Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε ότι μπορεί μεν ο ρυθμός της ετήσιας πτώσης του ποσοστού της ανεργίας να αυξάνεται, το μέγεθός του όμως εξακολουθεί να παραμένει απαγορευτικό για την συρρίκνωση του αριθμού των ανέργων ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού σε επίπεδα τουλάχιστον μικρότερα του 20% και σε εύλογο χρονικό διάστημα. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι από τον Αύγουστο του 2014 και έπειτα η ετήσια μεταβολή του ποσοστού της ανεργίας παραμένει σταθερή στις -1,45 ΠΜ. Τότε πραγματοποιώντας μια απλή αριθμητική άσκηση καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι προσεγγιστικά θα χρειαστούν 4,5 χρόνια για να υποχωρήσει το ποσοστό της ανεργίας σε επίπεδα μικρότερα του 20% (Ιανουάριος 2019, 19,94%). Στην περίπτωση που η ετήσια μεταβολή επιταχυνθεί, για παράδειγμα στις -2 ΠΜ, τότε το αντίστοιχο χρονικό διάστημα μειώνεται στα 3 χρόνια (Αύγουστος 2017, 19,76%) ενώ στην περίπτωση ετήσιας μεταβολής των -2,5 ΠΜ μειώνεται περαιτέρω στα 2,4 χρόνια (Δεκέμβριος 2016, 19,8 ΠΜ). Συνεπώς, γίνεται αντιληπτό ότι απαιτείται επιπρόσθετη επιτάχυνση του ρυθμού πτώσης της ανεργίας έτσι ώστε το εν λόγω μέγεθος να συρρικνωθεί σε επίπεδα κάτω του 20% και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
• Η απασχόληση αυξήθηκε κατά 72,7 χιλιάδες άτομα, η ανεργία μειώθηκε κατά 54,1 χιλιάδες άτομα και ως συνέπεια αυτών των μεταβολών, το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε κατά 3,2 χιλιάδες άτομα.
Σε όρους ατόμων, τα προαναφερθέντα μεγέθη αναφορικά με τις μεταβολές του ποσοστού της ανεργίας έχουν ως εξής: Από τον Μάρτιο του 2014 μέχρι και τα πιο πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία (Ιούλιος 2014), καταγράφεται μια συνεχής αύξηση των απασχολούμενων και μάλιστα με αυξανόμενο ρυθμό (με εξαίρεση τον Ιούνιο). Πιο συγκεκριμένα, η ετήσια μεταβολή για τον μήνα Μάρτιο (2014), τον Απρίλιο, τον Μάιο, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο ήταν της τάξης των +1,6, +4,4, +42,5, +14,0 και +72,7 χιλιάδων ατόμων. Οι αντίστοιχες ετήσιες μεταβολές για τον αριθμό των ανέργων ήταν της τάξης των -1,2, -26,5, -50,3, -54,1 και -69,4 χιλιάδων ατόμων.
Ένα επιπλέον θετικό στοιχείο το οποίο αποτυπώνεται στα δεδομένα της αγοράς εργασίας, είναι και η αύξηση του εργατικού δυναμικού κατά 3,2 χιλιάδες άτομα (Ιούλιος 2013 – Ιούλιος 2014). Όπως παρουσιάζεται και στο Σχήμα 2, από τον Απρίλιο του 2011 (ετήσια μεταβολή της τάξης των -134,6 χιλιάδων ατόμων) και έπειτα, παρατηρείται μια τάση επιβράδυνσης του ρυθμού μείωσης του εργατικού δυναμικού η οποία όμως παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις. Για παράδειγμα, τον Σεπτέμβριο του 2012 το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε κατά 0,7 χιλιάδες άτομα σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2011, ενώ η αντίστοιχη ετήσια μεταβολή για τον Ιανουάριο του 2013 ήταν της τάξης των -68,4 χιλιάδων ατόμων.
Οι μεταβολές στον αριθμό των ατόμων που ανήκουν στο εργατικό δυναμικό, εκτός από δημογραφικές εξελίξεις (π.χ. γήρανση του πληθυσμού), δύναται να αντικατοπτρίζουν και τις προσδοκίες των οικονομικών φορέων (νοικοκυριών) για τις μελλοντικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας. Η βαθιά και παρατεταμένη ύφεση της περιόδου 2007-2013 οδήγησε αρκετούς Έλληνες πολίτες εκτός αγοράς εργασίας (βλέπε Σχήμα 2), είτε λόγω της μεγάλης μείωσης των μισθών (π.χ. προτιμώ να καταναλώσω σχόλη, ήτοι ελεύθερο χρόνο, παρά να εργαστώ για μια χαμηλή αμοιβή και να καταναλώσω χαμηλές ποσότητες αγαθών και υπηρεσιών) είτε λόγω των δυσμενών προοπτικών της ελληνικής οικονομίας (π.χ. πιστεύω ότι τα πράγματα θα χειροτερεύσουν, συνεπώς αναμένω μείωση της πιθανότητας πρόσληψης μου σε κάποιο οργανισμό, οπότε μειώνονται τα κίνητρα μου για αναζήτηση εργασίας και ως εκ τούτου επιλέγω να εξέλθω του εργατικού δυναμικού). Συνεπώς, η έστω και μικρή αύξηση του εργατικού δυναμικού που καταγράφηκε για τον μήνα Ιούλιο θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως μια αλλαγή του κλίματος των προσδοκιών των νοικοκυριών για καλυτέρευση των συνθηκών στην αγορά εργασίας (π.χ. αυξάνονται τα κίνητρα μου για αναζήτηση εργασίας γιατί αναμένω ανάκαμψη της ζήτησης εργασίας από την πλευρά των επιχειρήσεων). Από την άλλη πλευρά θα μπορούσε να υπάρξει και η εξής ερμηνεία: Ο πλούτος των νοικοκυριών έχει υποστεί σημαντική συρρίκνωση, π.χ. λόγω διαρκούς μείωσης των εισοδημάτων, λόγω μείωσης των τιμών των κατοικιών, λόγω μείωσης της αξίας των μετοχών και λόγω μείωσης του επιπέδου των αποταμιεύσεων, οπότε για να αντισταθμίσουν τις προαναφερθείσες απώλειες τα νοικοκυριά αναγκάζονται να αναζητήσουν εργασία. Όσο μεγαλύτερη είναι η απώλεια πλούτου τόσο μεγαλύτερα είναι τα κίνητρα για εργασία και απόκτηση μιας σταθερής ροής εισοδήματος.
• Τροχοπέδη για την ανάκαμψη και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας το υψηλό ποσοστό των μακροχρονίων ανέργων.
Η ελληνική οικονομία εκτός από το πολύ υψηλό ποσοστό ανεργίας καλείται να αντιμετωπίσει και την πρόκληση της επανένταξης στην απασχόληση μεγάλου αριθμού μακροχρονίων ανέργων. Από τα 1281,7 χιλιάδες άτομα που ανήκουν στο σύνολο της ανεργίας, περίπου 948,4 χιλιάδες άτομα ανήκουν και στο υποσύνολο της μακροχρόνιας ανεργίας. Δηλαδή, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έρευνα εργατικού δυναμικού το 74% του συνόλου των ανέργων διατήρησαν την συγκεκριμένη ιδιότητα τουλάχιστον κατά τους τελευταίους 12 μήνες
Στο Σχήμα 3 παρουσιάζουμε το ποσοστό των μακροχρόνιων ανέργων για την Ελλάδα, την Ισπανία και για τον μέσο όρο της ομάδας των κρατών που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 (ΕΕ-15). Γίνεται φανερό ότι από τις αρχές του 2009 τόσο στην ελληνική οικονομία όσο και στην Ισπανία και στην ΕΕ-15 υπάρχει μια ξεκάθαρη τάση αύξησης του ποσοστού των μακροχρονίων ανέργων. Επιπρόσθετα, από τις αρχές του 2011 η προαναφερθείσα αυξητική τάση γίνεται περισσότερο απότομη στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας ενώ για την Ισπανία και την ΕΕ-15 ισχύει ακριβώς το αντίθετο (λιγότερο απότομη). Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξει σημαντική απόκλιση στη σύνθεση του αριθμού των ανέργων (με κριτήριο την διάρκεια) ανάμεσα στην ελληνική και στις υπόλοιπες οικονομίες. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στις αρχές του 2011 η διαφορά του ποσοστού των μακροχρονίων ανέργων ήταν της τάξης των 3 ποσοστιαίων μονάδων (45% για Ελλάδα σε σχέση με 42% για Ισπανία και ΕΕ-15) στο 2 τρίμηνο του 2014 η εν λόγω διαφορά έχει εκτοξευθεί σε επίπεδα άνω των 20 ποσοστιαίων μονάδων (74% για Ελλάδα σε σχέση με 52% για Ισπανία και 50% για ΕΕ-15).
Η ύπαρξη μεγάλου ποσοστού μακροχρονίων ανέργων δύναται να αποτελέσει τροχοπέδη τόσο για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας όσο και για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Τα άτομα που βρίσκονται αρκετό χρονικό διάστημα εκτός του συνόλου της απασχόλησης υφίστανται μια διαρκή μείωση του ανθρώπινου κεφαλαίου τους (απόσβεση δεξιοτήτων, μη υιοθέτηση νέας γνώσης ή ακόμα και ψυχολογική απογοήτευση) με συνέπεια να μειώνεται η παραγωγικότητα τους. Από την άλλη πλευρά, και για τις επιχειρήσεις η μακροχρόνια αποχή από την απασχόληση (από την πλευρά των νοικοκυριών) σηματοδοτεί προς αυτές την ύπαρξη μειωμένης παραγωγικότητας ή απόσβεσης δεξιοτήτων, συνεπώς μειώνονται τα κίνητρα τους για την πρόσληψη ατόμων που βρίσκονται στο υποσύνολο των μακροχρονίων ανέργων. Συνεπώς, γίνεται αντιληπτό ότι απαιτείται διαρκής εγρήγορση για την καταπολέμηση της ανεργίας έτσι ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο μετατροπής της κυκλικής συνιστώσας της ανεργίας σε δομική.
• Προσήλωση στην δημοσιονομική εξυγίανση, στην αύξηση της αξιοπιστίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής (συνεπείς και εφικτές εξαγγελίες), στην προοπτική για βιώσιμη οικονομική μεγέθυνση και στην καταπολέμηση της ανεργίας.
Σε τρείς μέρες από σήμερα (19/10/2014) συμπληρώνονται ακριβώς 5 χρόνια από την ημέρα που ο τότε πρόεδρος της ομάδας των κρατών της ευρωζώνης (eurogroup) και σημερινός πρόεδρος της ευρωπαϊκής επιτροπής Ζάν-Κλόντ Γιούνκερ (Jean-Claude Junker) είχε δηλώσει:
«Το παιχνίδι τελείωσε, επιθυμούμε την ύπαρξη σοβαρών (αξιόπιστων) χρονολογικών στατιστικών σειρών»
Η συγκεκριμένη δήλωση, παράλληλα με την τότε εξέλιξη και προοπτική ορισμένων εκ των βασικών θεμελιωδών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας (ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης, δημοσιονομικό ισοζύγιο, εμπορικό ισοζύγιο, δείκτες ανταγωνιστικότητας), σηματοδοτούσε την ολική απόσβεση της αξιοπιστίας στην άσκηση της ελληνικής οικονομικής πολιτικής.
Σήμερα, ύστερα από τέσσερα χρόνια βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής και πρωτόγνωρης για τα δεδομένα των οικονομιών της αγοράς ύφεσης, η ελληνική οικονομία προσπαθεί να ανακτήσει την χαμένη της αξιοπιστία (παρόμοιες συνθήκες υπήρχαν και στις αρχές της δεκαετίας του 90). Η επίτευξη πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων, η μείωση του εμπορικού ελλείμματος, η επίτευξη βασικών δημοσιονομικών στόχων του προγράμματος που έχει συμφωνηθεί με τους πιστωτές μας (Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Προσαρμογής), η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η βελτίωση της ποιότητας των θεσμών, αναμφισβήτητα αποτελούν παράγοντες που ενισχύουν την αξιοπιστία της χώρας μας. Ωστόσο δεν θα πρέπει να υπάρχει κανένας εφησυχασμός.
Η χθεσινή μεγάλη πτώση του Γενικού Δείκτη τιμών του Χ.Α (-6,25%) και ή άνοδος του περιθωρίου του Ελληνικού Δημοσίου σηματοδοτούνε τα εξής:
1.Εξαγγελίες μέτρων ή ακόμα και στρατηγικών, τόσο από την πλευρά της κυβέρνησης όσο και από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, οι οποίες έχουν μικρή πιθανότητα εφαρμογής (τουλάχιστον βραχυχρόνια) ή παρουσιάζουν χρονική ασυνέπεια σε σχέση με αντίστοιχες εξαγγελίες κατά το παρελθόν, θα προκαλούν έντονο εκνευρισμό στις αγορές και θα καθιστούν απαγορευτική την άντληση κεφαλαίων (τόσο για την κυβέρνηση όσο και για τον ιδιωτικό τομέα) μέσω αυτών των καναλιών (βλέπε Σχήμα 4).
2.Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας δεν θα πραγματοποιηθεί σε ένα ευνοϊκό για αυτή παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον (π.χ. δυσοίωνες προβλέψεις για την οικονομία της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας). Μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια πολύ δύσκολα θα υπάρξουν παγκόσμιοι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης παρόμοιοι με αυτούς της περιόδου 1995-2008. Συνεπώς, πολιτικές του τύπου «τοποθετώ θεμελιώδη προβλήματα της οικονομίας μου κάτω από το χαλί ή το πέπλο των φιλικών προς εμένα αγορών, και εστιάζω στην βραχυχρόνια περίοδο και καθόλου στην μακροχρόνια» δεν θα μπορέσουν να είναι βιώσιμες.










