Kαινούργια παλιά κυβέρνηση
«Οι ψηφοφόροι θέλουν την πλάνη, διαφορετικά δεν μπορούν να αντέξουν τη διάσταση της καταστροφής»
Συνεχίζονται τα σχόλια και οι εκτιμήσεις στον γερμανικό τύπο για το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα, την πολιτική επιτυχία του Αλέξη Τσίπρα αλλά και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας στο εξής.
Δύο μέρες μετά τις εκλογές σε άρθρο της εφημερίδας Die Welt η δημοσιογράφος προσπαθεί να βρει μια εξήγηση για την επανεκλογή του Αλέξη Τσίπρα: «Ο έλληνας πρωθυπουργός υποσχέθηκε στους ψηφοφόρους του τον Ιανουάριο τον ουρανό με τ’ άστρα και από τη σκοπιά των ψηφοφόρων του πέτυχε σε σχεδόν όλα τα κεντρικά θέματα το αντίθετο. Οι Έλληνες του είχαν δώσει την ψήφο τους για να πετάξει την τρόικα έξω από τη χώρα, να σταματήσει τη λιτότητα και να βγάλει τον λαό από την εξαθλίωση. Τίποτα από όλα αυτά δεν πέτυχε. (…) Το εκπληκτικό είναι ότι οι Έλληνες δεν καταλογίζουν τίποτα από αυτά στον πρωθυπουργό τους, παρ’ όλο που φέρει ξεκάθαρα την ευθύνη. Πώς γίνεται ένας λαός που βρίσκεται στον έκτο χρόνο της κρίσης να παραπλανάται ενώ βλέπει την αλήθεια; Η νέα εντολή για τον Τσίπρα επιτρέπει μόνο ένα συμπέρασμα: οι ψηφοφόροι θέλουν την πλάνη, διαφορετικά δεν μπορούν να αντέξουν τη διάσταση της καταστροφής».
Ένα άρθρο για την μελλοντική πορεία της Ελλάδας από εδώ και πέρα στην Ευρώπη δημοσιεύει σήμερα η Handelsblatt. Σε αυτό ο συντάκτης διερωτάται για τις προθέσεις του πρωθυπουργού και κατά πόσο θα εφαρμόσει αυτά που συμφώνησε πριν από μερικούς μήνες με τους δανειστές. «Ο Τσίπρας μπορεί να υπέγραψε το νέο πρόγραμμα προσαρμογής, αλλά τι αξία έχει αυτή η υπογραφή για την οποία ο ίδιος λέει ότι είναι αποτέλεσμα “εκβιασμού“ από τους ευρωπαίους εταίρους; Το κοινοβούλιο επικύρωσε τις δανειακές συμβάσεις και τα μέτρα που τις συνοδεύουν. Θα αγωνιστεί, όμως, ο Τσίπρας για την υλοποίηση ενός προγράμματος που ο ίδιος χαρακτηρίζει “κακή συμφωνία“, στην οποία “δεν πιστεύει“;». Στη συνέχεια ο Γκερντ Χέλερ, ανταποκριτής της γερμανικής εφημερίδας στην Αθήνα, θίγει και το θέμα της «εσωκομματικής αντιπολίτευσης» του ΣΥΡΙΖΑ, αναφερόμενος στους βουλευτές που έχουν ασκήσει κριτική στο νέο πρόγραμμα αλλά και στην ισχνή πλειοψηφία της νέας κυβέρνησης στη βουλή. «Η στιγμή της αλήθειας θα έρθει, όμως, όταν τα νέα μέτρα μεταρρυθμίσεων και λιτότητας φτάσουν στη βουλή. 155 από 300 έδρες δεν είναι ισχυρή πλειοψηφία. Θα μπορέσει ο Τσίπρας να συσπειρώσει την παράταξή του;».
H εξέλιξη και η αλλαγή του Αλέξη Τσίπρα στους μήνες διακυβέρνησής του διαπιστώνεται σε άρθρο της Frankfurter Allgemeine Zeitung. «Αυτές τις εκλογές τις κέρδισε ένας άλλος Αλέξης Τσίπρας από αυτόν πριν από εννιά μήνες. Ο Τσίπρας του Ιανουαρίου του 2015 ήταν άπειρος και αφελής στο πεδίο της ευρωπαϊκής πολιτικής. Ο Τσίπρας του Σεπτεμβρίου 2015, μετά από μια συγκρουσιακή πορεία, έμαθε πολλά για το πως λειτουργεί η ΕΕ και η ευρωζώνη και πως όχι. Οι Έλληνες πλήρωσαν ακριβά αυτή την εκπαίδευση του πρωθυπουργού τους. Εάν όμως η ομιλία του μετά τη δεύτερη νίκη αποτελεί όντως κριτήριο, τότε ο Τσίπρας πραγματικά έμαθε. (…) Τον Ιανουάριο φερόταν σαν να μπορούσε να γονατίσει την ευρωζώνη. Τίποτα από αυτά δεν ακούστηκαν στην τελευταία ομιλία του. Σίγουρα συμπεριέλαβε και κάποιες αριστερές λαϊκιστικές εκφράσεις, όμως δεν συγκρίνεται με τις προηγούμενες ομιλίες του. Σε μερικά σημεία είχε κανείς την εντύπωση ότι τον λόγο του Τσίπρα είχε γράψει ο λογογράφος της Αγκελα Μέρκελ, ίσως μετά από δύο ποτήρια ούζο».
Στο ίδιο κλίμα κινείται και άρθρο της εφημερίδας Süddeutsche Zeitung, το οποίο αναφέρεται στην απερχόμενη και συγχρόνως νέα κυβέρνηση. Η αρθρογράφος πάντως επισημαίνει σημαντικές διαφορές στην κατά τα άλλα “ίδια“ κυβέρνηση. «Ο Τσίπρας Ι δεν είναι ο Τσίπρας ΙΙ. Πριν από τις εκλογές τον Ιανουάριο ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ είχε υποσχεθεί στους Έλληνες ότι θα σκίσει τις δανειακές συμβάσεις με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Τελευταία διαμήνυε ακριβώς το αντίθετο, την εκπλήρωση των όρων». Στη συνέχεια αναφέρεται στον λαό, ο οποίος έδωσε μια ξεκάθαρη απάντηση για το πώς θέλει να κινηθεί η χώρα από εδώ και στο εξής. «Με βαριά την καρδιά οι ψηφοφόροι έδωσαν την εντολή στον Τσίπρα να μην επιδιώξει άλλους πειραματισμούς για να μπορέσει η χώρα τους να παραμείνει στην ευρωζώνη. Με κάθε κόστος. Και στην συντηρητική Νέα Δημοκρατία είπε: “Είχατε την ευκαιρία σας και δεν την εκμεταλλευτήκατε“».
Το συνετό
Για τη μεγάλη αποχή από τις κάλπες και την «κούραση» του λαού λόγω της δύσκολης πολιτικά περιόδου μίλησε σε συνέντευξή του στη γερμανική ραδιοφωνία ο Αλ. Κρητικός από το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW).
Ο γνωστός οικονομολόγος εξέφρασε την εκτίμηση ότι οι εκλογές δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα για τον Αλέξη Τσίπρα, αφού έχει την στήριξη «μόλις» του 35% των πολιτών, όπως είπε χαρακτηριστικά. Στην ερώτηση γιατί έλαβε τόσες ψήφους ενώ αθέτησε την κεντρική προεκλογική του δέσμευση να θέσει τέλος στην πολιτική λιτότητας, ο κ. Κρητικός έδωσε την εξής ερμηνεία: «Πιστεύω ότι πολλοί ψηφοφόροι είπαν “αφού μας έφερε αυτό το τρίτο πρόγραμμα, θα πρέπει ο ίδιος να το πάει μέχρι τέλους“. Νομίζω ότι για πολλούς ήταν σαφές ότι εάν επέστρεφε τώρα στην αντιπολίτευση, θα εξαπέλυε κριτική κατά του δικού του προγράμματος και αυτό θα ήταν ακόμη χειρότερο απ’ ό,τι η συνέχιση της διακυβέρνησής του».
Ο Αλέξανδρος Κρητικός συμφώνησε με την άποψη ότι όποια κυβέρνηση και εάν αναλάμβανε θα ήταν αναγκασμένη να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα με την Ευρώπη. Σε αυτό το γεγονός αποδίδει και το μεγάλο ποσοστό αποχής που καταγράφηκε στις εκλογές. «Πράγματι η κυβέρνηση δεν έχει πολλά περιθώρια. Γι’ αυτό πιστεύω ότι πολλοί δεν πήγαν να ψηφίσουν. Είχαν την επιλογή της υλοποίησης του προγράμματος λιτότητας είτε από την κυβέρνηση ‘Α’ είτε από την κυβέρνηση ‘Β’ και αυτό για πολλούς δεν ήταν πραγματική εναλλακτική. Επομένως, τώρα αυτή η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να υλοποιήσει το πρόγραμμα λιτότητας όπως συμφωνήθηκε. Αυτό απαιτεί τόσο πολύ χρόνο που δεν θα προλάβει να κάνει τίποτα άλλο. Και γι’ αυτό ακριβώς αυτή η οριακή πλειοψηφία με τους ΑΝΕΛ στην πραγματικότητα δεν αποτελεί βάση για να υλοποιηθεί το πρόγραμμα λιτότητας μέσα στα επόμενα τουλάχιστον τρία χρόνια. Θα ήταν πιο συνετό να δημιουργήσει έναν μεγάλο συνασπισμό και να πάρει μαζί του τουλάχιστον δύο, τρία μικρότερα κόμματα, εάν όχι τη Νέα Δημοκρατία».
Πηγή: Deutsche Welle




