Το στρατηγικό στοίχημα: να μετατραπούν τα κέρδη από «πληθωρισμό τραπεζικής απληστίας» σε «καύσιμο» για τη βιώσιμη ανάπτυξη
Το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα: Η ανθεκτικότητα ως στρατηγικό παράδοξο
Η οικονομική πορεία των ελληνικών συστημικών τραπεζών αποτελεί ένα μείζον θέμα στρατηγικής ανάλυσης. Τα πρόσφατα οικονομικά τους αποτελέσματα –κέρδη μετά φόρων άνω των 3,5 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο, με προβολή για συνολικά κέρδη κοντά στα 5 δισ. ευρώ το 2025– επιβεβαιώνουν τον χαρακτηρισμό τους ως «αλώβητες» και «μπετόν αρμέ».
Ωστόσο η ανάλυση πρέπει να είναι τεκμηριωμένη και κριτική. Η εντυπωσιακή κερδοφορία επιτεύχθηκε παρά την πτώση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ και πρέπει να πλαισιωθεί από το ιστορικό βάρος των ανακεφαλαιοποιήσεων και την αμαυρωμένη εικόνα που δημιούργησαν οι κατασχέσεις και οι πλειστηριασμοί.
Οι παράγοντες διατήρησης της κερδοφορίας παρά την πτώση των επιτοκίων
Η ικανότητα των ελληνικών τραπεζών να διατηρούν, ή και να ενισχύουν, την κερδοφορία τους σε ένα περιβάλλον πτώσης των επιτοκίων αναφοράς εδράζεται σε τρεις κεντρικούς άξονες:
α) Το Υψηλό Επιτοκιακό Περιθώριο (Spread)
Ο κυριότερος παράγοντας είναι η διευρυμένη «ψαλίδα» μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων (δάνεια) και των επιτοκίων καταθέσεων.
- Χαμηλά Επιτόκια Καταθέσεων: Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να προσφέρουν από τα χαμηλότερα επιτόκια καταθέσεων στην Ευρωζώνη. Τα επιτόκια των καταθέσεων όψεως (όπου συγκεντρώνεται η πλειονότητα της ρευστότητας) κινούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα (συχνά κοντά στο 0,03%-0,10%), καθιστώντας το κόστος χρηματοδότησης του δανειακού τους χαρτοφυλακίου εξαιρετικά χαμηλό.
- Άκαμπτα Επιτόκια Χορηγήσεων: Αντίθετα, τα επιτόκια των επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων παραμένουν σχετικά υψηλά, αντανακλώντας το υψηλό ρίσκο και την περιορισμένη ανταγωνιστικότητα της αγοράς. Αυτή η ασύμμετρη απόκριση στις αυξήσεις της ΕΚΤ οδήγησε σε εκρηκτική αύξηση του Καθαρού Εισοδήματος από Τόκους (NII).
β) Μείωση του Κόστους Πιστωτικού Κινδύνου (Cost of Risk)
Η επιτυχής εκκαθάριση των ισολογισμών από τα Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα (NPEs) μέσω του προγράμματος «Ηρακλής» υπήρξε καθοριστική. Ο δείκτης NPE βρίσκεται πλέον σε επίπεδα εφάμιλλα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (κάτω του 4%). Αυτό σήμανε το τέλος της «αιμορραγίας» των κερδών από τις συνεχείς και υψηλές προβλέψεις για επισφάλειες, απελευθερώνοντας σημαντικά κεφάλαια.
γ) Αύξηση Εσόδων από Προμήθειες
Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες και υπηρεσίες (συναλλαγές, κάρτες, bancassurance, διαχείριση κεφαλαίων) παρουσιάζουν σημαντική άνοδο, ενισχύοντας τη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων και καθιστώντας την κερδοφορία λιγότερο ευάλωτη στις διακυμάνσεις των επιτοκίων.
Στρατηγικό πλαίσιο και αυστηρή κριτική: Το βάρος της ιστορίας
Η σημερινή ισχυρή εικόνα των τραπεζών δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ιστορικό της πλαίσιο, το οποίο γεννά ζητήματα κοινωνικής λογοδοσίας και λειτουργικής κριτικής.
Οι ανακεφαλαιοποιήσεις και το κόστος του Δημοσίου
Η σημερινή κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών οικοδομήθηκε πάνω σε τρεις (3) διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις με δημόσιο χρήμα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Το συνολικό κεφάλαιο που διοχετεύθηκε από τον Έλληνα φορολογούμενο για τη στήριξη και εξυγίανση των συστημικών τραπεζών ανήλθε σε περίπου 30,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Η ανάκτηση αυτών των κεφαλαίων ήταν αποσπασματική και δυσχερής.
Αυτή η τεράστια δημόσια ενίσχυση δικαιολογεί την απαίτηση για ένα υψηλότερο κοινωνικό αντίκρισμα της σημερινής κερδοφορίας.
Η αμαύρωση της εικόνας: Κατασχέσεις και πλειστηριασμοί
Η διαδικασία εξυγίανσης των ισολογισμών, αν και αναγκαία για τη σταθερότητα, αμαύρωσε την εικόνα του τραπεζικού συστήματος. Η μεταβίβαση των «κόκκινων δανείων» σε εταιρείες διαχείρισης (servicers) και οι μαζικές κατασχέσεις και πλειστηριασμοί ακινήτων (ειδικά της πρώτης κατοικίας) που ακολούθησαν, έσπασαν την κοινωνική εμπιστοσύνη. Η ρητορική της «αλώβητης» τράπεζας έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την εικόνα των χιλιάδων πολιτών που έχασαν περιουσιακά στοιχεία ή είδαν τα δάνειά τους να πωλούνται.
«Παλαιολιθικός» τρόπος ενίσχυσης της ρευστότητας στις ΜμΕ
Παρά τη μαζική ρευστότητα που συσσωρεύεται στα τραπεζικά ταμεία, η χρηματοδότηση των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜμΕ), που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, δέχεται αυστηρή κριτική. Ο χαρακτηρισμός του τρόπου ενίσχυσης της ρευστότητας ως «παλαιολιθικού» αντανακλά:
- Την υπερβολική εξάρτηση από κρατικά ή ευρωπαϊκά εγγυημένα προγράμματα (όπως το ΕΣΠΑ), αντί για την ανάληψη αμιγώς τραπεζικού ρίσκου.
- Το υψηλό κόστος δανεισμού για τις ΜμΕ (λόγω του μεγάλου spread).
- Τη γραφειοκρατία και την αργοπορία στη διαδικασία έγκρισης, που εμποδίζουν την ταχεία ανάπτυξη.
Από την επιβίωση στην υπεύθυνη ανάπτυξη
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει περάσει από την επικινδυνότητα στην κεφαλαιακή επάρκεια. Η σημερινή κερδοφορία των 5 δισ. ευρώ είναι μια ιστορική νίκη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Ωστόσο, η ισορροπία και η αυστηρή κριτική επιβάλλουν να τονιστεί ότι η σταθερότητα από μόνη της δεν επαρκεί. Το στρατηγικό στοίχημα του 2025 είναι να μετατραπούν τα κέρδη από «πληθωρισμό τραπεζικής απληστίας» (μέσω των χαμηλών καταθετικών επιτοκίων) σε «καύσιμο» για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η επόμενη ημέρα απαιτεί:
- Διεύρυνση της Ανταγωνιστικότητας: Συγκράτηση του spread και αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων, επιστρέφοντας μέρος της κερδοφορίας στα νοικοκυριά.
- Πιο Αποτελεσματική Χρηματοδότηση ΜμΕ: Μεγαλύτερη ανάληψη ρίσκου και επιτάχυνση των διαδικασιών για την τόνωση της παραγωγικής βάσης.
Μόνο έτσι η «αλώβητη» τράπεζα θα πάψει να είναι απλώς ένας ισχυρός χρηματοοικονομικός πυλώνας και θα γίνει αποδεκτός καταλύτης της κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας.
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.



