Το χρονικό της χώρας των αγαλμάτων

Κεφάλαια: Η εποχή των κορδελών- Η επανάσταση των αγαλμάτων Η σύσκεψη στο Μέγαρο των ΚορδελώνΗ μεγάλη παρέλαση των εγκαινίωνΤο μνημείο του τίποταΗ σιωπή των κορδελών

 
Κεφάλαιο 1: Η εποχή των κορδελών

Κάποτε, σε μια μικρή χώρα στο νότιο άκρο της Ευρώπης —μια χώρα όπου οι λέξεις “προγραμματισμός” και “μελέτη” θεωρούνταν ύποπτες— οι άρχοντες είχαν βρει έναν σίγουρο τρόπο να δείχνουν ότι «κάτι κάνουν»: έστηναν αγάλματα.

Κάθε φορά που μια κρίση χτυπούσε, που τα νοσοκομεία ξέμεναν από προσωπικό, που τα πανεπιστήμια έσταζαν από διαρροές και τα δικαστήρια πνίγονταν σε φακέλους, κάποιος έλεγε:
«Μα δεν είναι ώρα να φτιάξουμε ένα άγαλμα

Έτσι γέμισαν οι πλατείες με μπρούντζινες ενοχές.
Ο «Άνδρας που Έκοψε την Κορδέλα».
Η «Γυναίκα που Εγκαίνιασε το Τίποτα».
Και, φυσικά, το κορυφαίο έργο: ο Μικρομεσαίος των Εγκαινίων — ένα χάλκινο μνημείο για τον άνθρωπο που παλεύει κάθε μέρα με το κράτος, τη γραφειοκρατία και τα Ε1.

Ο λαός, κουρασμένος αλλά ευγενής, πήγαινε στα αποκαλυπτήρια.
Χειροκροτούσε, φωτογραφιζόταν, και μετά γυρνούσε σπίτι του να πληρώσει την επόμενη δόση του ΕΦΚΑ.

Στην ίδια χώρα, ο υπουργός Ανάπτυξης έδινε συνεντεύξεις για «επενδύσεις στην καινοτομία», την ώρα που οι ερευνητές έφευγαν στο εξωτερικό με τα διπλώματα στις βαλίτσες.
Τα δε επιμελητήρια —αντί να αναζητούν λύσεις— αναζητούσαν… πλάνο φωτισμού για το επόμενο άγαλμα.

Και κάθε φορά που ένας πολίτης τολμούσε να γελάσει, τον κοιτούσαν αυστηρά:
«Σε παρακαλώ! Δείξε σεβασμό! Είναι πολιτιστική μας κληρονομιά!»

Μόνο που κανείς δεν ήξερε πια ποια κληρονομιά εννοούσαν:
την αρχαία, ή τη σύγχρονη — αυτή της Γελοιότητας με Σφραγίδα Δημοσίου.

 
Κεφάλαιο 2: Η επανάσταση των αγαλμάτων

Ήταν ένα ήσυχο βράδυ στο Πεδίο του Άρεως.
Οι περιστέρες κοιμόντουσαν πάνω στα μπρούντζινα κεφάλια των «ηρώων της επιχειρηματικότητας». Το φως των φανοστατών γυάλιζε στα κουμπιά των σακακιών τους. Κάποιος σκύλος περνούσε αδιάφορα, αφήνοντας πίσω του το σχόλιό του για την αισθητική.

Και τότε — στις τρεις και είκοσι μετά τα μεσάνυχτα — κάτι άρχισε να κινείται.
Πρώτα ένα τρεμούλιασμα στο βάθρο του “Μικρομεσαίου”. Μετά ένας ήχος σαν να τρίζει το μάρμαρο απ’ τη βαρεμάρα.
Και ξαφνικά… το άγαλμα μίλησε.

«Ως εδώ!»
Η φωνή του ήχησε μεταλλική, γεμάτη απόγνωση και ΦΠΑ.
«Μας στήσανε για να τιμούν τη δουλειά μας, κι αυτοί τιμούν μόνο τα εγκαίνιά μας! Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε!»

Από τα διπλανά παρτέρια, ξύπνησαν κι άλλα αγάλματα:
ο «Επαγγελματίας με το POS», ο «Δικηγόρος της Επιτροπής», ο «Αιώνιος Υπουργός με το Ψαλίδι των Εγκαινίων».
Όλοι μαζί άρχισαν να περπατούν προς το κέντρο της Αθήνας, αφήνοντας πίσω τους το άρωμα της παλιάς μπογιάς και του ματαιωμένου οράματος.

«Τι ζητάτε;» ρώτησε το περιπολικό που τους είδε να περνούν από την Αλεξάνδρας.
«Χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης!» απάντησαν με μία φωνή.

Ο αστυνομικός κοίταξε αμήχανα:
«Δεν είστε επιλέξιμοι, κύριοι. Δεν έχετε ΑΦΜ. Είστε… καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις.»
«Είμαστε εγκαταλελειμμένες επενδύσεις!» φώναξαν τα αγάλματα.

Και έτσι ξεκίνησε η Επανάσταση των Αγαλμάτων.
Έστησαν σκηνές στο Σύνταγμα, κρατώντας πανό:
“Θέλουμε έργα, όχι αποκαλυπτήρια!”
“Όχι άλλα ψαλίδια χωρίς περιεχόμενο!”
“Η γελοιότητα δεν είναι πολιτιστική πολιτική!”

Οι περαστικοί τους κοιτούσαν σαστισμένοι. Κάποιοι συγκινήθηκαν. Άλλοι χειροκρότησαν. Κάποιοι φωτογραφήθηκαν για το Instagram με hashtag #StatueRights.

Το επόμενο πρωί, οι εφημερίδες είχαν τίτλους σαν κι αυτούς:
“Άγαλμα συνελήφθη για παράνομη πορεία χωρίς άδεια του Δήμου”
“Ο μικρομεσαίος ζητά πλέον και… επιδότηση εργασίας”
“Η αισθητική αντιστέκεται, το μάρμαρο τρίζει”

 
Κεφάλαιο 3: Η σύσκεψη στο Μέγαρο των Κορδελών

Η χώρα έβραζε.
Τα αγάλματα είχαν καταλάβει τις πλατείες, τα υπουργεία, τα πάρκα. Ο «Μικρομεσαίος του Πεδίου» είχε γίνει σύμβολο αντίστασης. Τα παιδιά στα σχολεία ζωγράφιζαν το πρόσωπό του πάνω σε δελτία ΦΠΑ.
Η κυβέρνηση, βλέποντας ότι το πράγμα ξέφευγε, αποφάσισε να δράσει:
έκτακτη σύσκεψη στο Μέγαρο των Κορδελών.

Ήταν το πιο φανταχτερό κτίριο της πρωτεύουσας.
Μάρμαρο, γυαλί, λουλούδια στην είσοδο και φυσικά — κορδέλες παντού.
Κόκκινες, μπλε, χρυσές, με γράμματα «ΕΣΠΑ 2014-2020» που είχαν ξεμείνει, αλλά κανείς δεν ήθελε να πετάξει γιατί «φαίνονται ωραίες στις φωτογραφίες».

Στο μεγάλο οβάλ τραπέζι κάθισαν οι εκπρόσωποι της πολιτείας:
ο Υπουργός Αναπτυξιοφανούς Πολιτικής,
ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Κορδελών (ΕΕΚ)
και η Ειδική Γραμματέας για Θέματα Επικοινωνιακής Ανάπτυξης και Εγκαίνιων.

Απέναντί τους, τα αγάλματα.
Ο Μικρομεσαίος, ο Προμηθέας των POS, κι ένας ανώνυμος γραφειοκράτης που είχε προστεθεί πρόσφατα στο Ζάππειο με την επιγραφή “Εγκαινίασε άνευ έργου”.

Ο Υπουργός πήρε τον λόγο με ύφος βαρέως δημοσίου ανδρός:
«Κύριοι, κατανοούμε τα αιτήματά σας, αλλά δεν μπορούμε να επιτρέψουμε αταξία. Σας προτείνουμε να ενταχθείτε στο πρόγραμμα “Αναστήλωση της Ακινησίας” για αγάλματα με κοινωνικό αποτύπωμα.»

Ο Μικρομεσαίος χτύπησε το χάλκινο χέρι του στο τραπέζι.
«Αρκετά με τις κορδέλες και τα προγράμματα! Θέλουμε ουσία! Θέλουμε λειτουργικό κράτος, όχι επιδοτούμενη ακινησία!»

Η Ειδική Γραμματέας χαμογέλασε διπλωματικά:
«Αντί για λειτουργικό κράτος, μπορούμε να σας προσφέρουμε μια νέα καμπάνια. Τίτλος: “Η Ελλάδα στέκεται ψηλά — κυριολεκτικά, γιατί είναι γεμάτη αγάλματα.”»

Μια αμήχανη σιωπή απλώθηκε.
Το φως έπεφτε στα πρόσωπα — τα ανθρώπινα και τα μεταλλικά.
Και τότε, από το βάθος της αίθουσας, ακούστηκε ο ήχος ενός ψαλιδιού που ανοιγόκλεινε νευρικά.
Ήταν ο Πρόεδρος του ΕΕΚ.
«Λοιπόν… να κόψουμε μια κορδέλα συμβιβασμού;»

Τα αγάλματα πάγωσαν — κυριολεκτικά.
Ένιωσαν ξανά τη μεταλλική τους μοίρα.
Έγινε σιωπή.
Κι ύστερα, ο Μικρομεσαίος είπε ψιθυριστά:
«Ίσως τελικά αυτό μας αξίζει: να μας κόβουν κάθε φορά, όπως κόβουν την κορδέλα.»

Η σύσκεψη διαλύθηκε.
Στην έξοδο, οι φωτογράφοι έστησαν τα τρίποδα.
Κανείς δεν πρόσεξε πως, πίσω από τα φλας, ένα μικρό άγαλμα γελούσε.
Το Άγαλμα της Γελοιότητας.
Εκείνο που τα ήξερε όλα από την αρχή.

 
Κεφάλαιο 4: Η μεγάλη παρέλαση των εγκαινίων

Ήταν η μέρα που όλα έπρεπε να δείξουν «ενότητα».
Η κυβέρνηση κάλεσε τους πολίτες, τα επιμελητήρια, τις ΜΚΟ, τους δημάρχους, τα κανάλια και –φυσικά– τα αγάλματα, να συμμετάσχουν στη Μεγάλη Παρέλαση των Εγκαινίων.
Το σύνθημα:
«Όλοι μαζί μπορούμε να φωτογραφηθούμε!»

Από νωρίς το πρωί, οι δρόμοι πλημμύρισαν με μπάντες, ντουντούκες, κορδέλες, σημαίες ΕΣΠΑ, πανό με λογότυπα που κανείς δεν ήξερε τι σημαίνουν, αλλά έμοιαζαν ωραία στο φόντο.
Ο ουρανός γέμισε με μπαλόνια σε σχήμα ψαλιδιού.
Κάθε υπουργείο είχε το δικό του άρμα:

  • Το Υπουργείο Ανάπτυξης παρουσίασε μια μακέτα μεγάλου έργου… που θα ξεκινήσει «μόλις ολοκληρωθεί η διαβούλευση».
  • Το Υπουργείο Εργασίας είχε ένα άρμα με τίτλο “Η Ελαστική Απασχόληση ως Ευκαιρία Ευλυγισίας”.
  • Το Υπουργείο Πολιτισμού κατέβασε μια αντιπροσωπεία από μουσειακούς φύλακες ντυμένους με στολές “αρχαιότητας 2.0”.
  • Και πίσω, το Επιμελητήριο των Κορδελών, με τον πρόεδρό του να χαιρετά από ψηλά, κρατώντας ψαλίδι σαν σκήπτρο.

Τα αγάλματα βάδιζαν στη μέση.
Ακίνητα, περήφανα, με τις πινακίδες τους:
“Άγαλμα Μικρομεσαίου — Εγκαινιασμένο, Όχι Λειτουργικό.”
“Προμηθέας των POS — Φορολογήθηκε Προληπτικά.”
“Η Γελοιότητα — Δημόσιο Έργο με Ιδιωτική Χρηματοδότηση.”

Ο κόσμος χειροκροτούσε, όχι γιατί καταλάβαινε, αλλά γιατί είχε γίνει συνήθεια.
Κάθε παλαμάκι ένα μικρό «ας το αφήσουμε κι αυτό να περάσει».

Η μπάντα έπαιζε το εθνικό εμβατήριο των εγκαινίων:
«Εμπρός των κορδελών παιδιά, της μακέτας τα παιδιά!»
(Στίχοι και μουσική, άγνωστου υπηρεσιακού συντάκτη.)

Ξαφνικά, στο βάθος του δρόμου, ακούστηκε μια φωνή:
«Φτάνει πια με τα εγκαίνια! Δείξτε μας κάτι που λειτουργεί!»
Όλοι γύρισαν.
Ήταν ένας απλός πολίτης, με μπλοκάκι αποδείξεων στο χέρι και ταλαιπωρημένο βλέμμα.
Η πομπή σταμάτησε.
Ακόμα και τα αγάλματα έγειραν λίγο τα κεφάλια τους προς τα εκεί.

Κάποιος υπουργός ψιθύρισε:
«Μην τον δείξετε στην τηλεόραση. Θα χαλάσει το κλίμα εορτασμού.»

Η παρέλαση συνέχισε, με πιο αργό ρυθμό.
Τα αγάλματα ένιωθαν ξανά βαριά, όπως πριν την Επανάσταση.
Η Γελοιότητα όμως χαμογελούσε σιωπηλά.
Ήξερε πως, όσο υπάρχουν κορδέλες να κόβονται, εκείνη δεν κινδυνεύει ποτέ.

 
Κεφάλαιο 5: Το μνημείο του τίποτα

Μετά την Παρέλαση των Εγκαινίων, τα πράγματα ηρέμησαν.
Οι υπουργοί επέστρεψαν στα γραφεία τους για να συντάξουν «απολογισμό δράσεων», δηλαδή να συγκεντρώσουν φωτογραφίες από τα εγκαίνια.
Τα αγάλματα επέστρεψαν στις βάσεις τους, κουρασμένα, αλλά με μια παράξενη υπερηφάνεια.
Κι εκεί που όλοι νόμιζαν πως η Ιστορία είχε κλείσει τον κύκλο της, ήρθε η νέα μεγάλη ανακοίνωση:

«Η Κυβέρνηση εγκαινιάζει το Μνημείο του Τίποτα στο κέντρο της Αθήνας!»

Το έργο —σύμφωνα με το δελτίο τύπου— «συμβολίζει το μέλλον, την πρόοδο και τη δυναμική του αοράτου».
Στην πράξη, ήταν ένα άδειο βάθρο.
Ένα μάρμαρο χωρίς τίποτα επάνω.
Ούτε άγαλμα, ούτε επιγραφή, ούτε καν καλλιτεχνική πρόθεση.

Ο αρχιτέκτονας που το σχεδίασε εξήγησε συγκινημένος:
«Το έργο μιλά για την απουσία του νοήματος. Είναι ένα σχόλιο πάνω στην πολιτιστική υπερπαραγωγή του κενού.»

Ο Υπουργός Ανάπτυξης έσπευσε να διευκρινίσει ότι το έργο «εντάσσεται σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα με συγχρηματοδότηση», ενώ η Εκκλησία ευλόγησε τον χώρο «για να μην μπει τίποτα βλάσφημο».

Στην τελετή των εγκαινίων, το σκηνικό ήταν μεγαλειώδες:
κόκκινο χαλί, ψαλίδια, κορδέλες, σημαιάκια, ορχήστρα, πλήθος δημοσίων υπαλλήλων που είχαν έρθει υποχρεωτικά.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πλησίασε με ευλάβεια, έπιασε το ψαλίδι και είπε:
«Αυτό το Μνημείο του Τίποτα αποδεικνύει ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι… χωρίς να κάνουμε τίποτα.»
(Χειροκροτήματα. Δάκρυα. Live κάλυψη.)

Ο Μικρομεσαίος, παρακολουθώντας από μακριά, ένιωσε ένα ρίγος.
«Είμαστε τελειωμένοι,» μουρμούρισε στον Προμηθέα των POS.
«Όχι,» απάντησε εκείνος. «Μόλις τώρα αρχίζει το πραγματικό τους έργο: η αορατοποίηση.»

Το πλήθος στήθηκε σε ουρά για selfies μπροστά στο άδειο βάθρο.
Κάποιοι έγραψαν στα social:

«Επιτέλους, ένα έργο που μας αντιπροσωπεύει!»
«Καθαρό, λιτό, τίποτα! Σαν τις πολιτικές μας!»

Το ίδιο βράδυ, η τηλεόραση ανακοίνωσε ότι το Μνημείο θα βραβευτεί για «καινοτομία στην απλότητα».
Ο τίτλος του βραβείου: “Best Nothing in Europe 2025.”

Κι έτσι, η χώρα των αγαλμάτων έκλεισε τον κύκλο της:
Από τα έργα που δεν τελείωναν ποτέ, πέρασε στα έργα που δεν άρχισαν καν.
Και όλοι αισθάνθηκαν δικαιωμένοι — γιατί το Τίποτα, τελικά, δεν προκαλεί αντιδράσεις, δεν φθείρεται, δεν κοστίζει.

Μόνο η Γελοιότητα —πάντα εκεί, με το χαμόγελο το αθάνατο— σήκωσε το κεφάλι της προς τον ουρανό και είπε:
«Τώρα πια, έχω κι εγώ το δικό μου μνημείο.»

 
Κεφάλαιο 6: Η σιωπή των κορδελών

Η τελευταία πράξη του δράματος, εκεί όπου οι κορδέλες κουράστηκαν να κόβονται και τα ψαλίδια δεν έχουν πια λόγο ύπαρξης.

Το πρωί ξημέρωσε με έναν παράξενο ήχο — ή μάλλον με την απουσία του.
Καμιά κορδέλα δεν έτριζε, κανένα ψαλίδι δεν γυάλιζε.
Τα μικρόφωνα σιωπηλά, τα σκηνικά ξεφουσκωμένα.
Η χώρα ξύπνησε για πρώτη φορά χωρίς εγκαίνια.

Οι τηλεοράσεις έδειχναν κενά στούντιο.
Οι υπουργοί, ξαφνιασμένοι, έψαχναν απεγνωσμένα για κορδέλες να κόψουν.
Κάποιοι, λέει, βγήκαν στους δρόμους με ψαλίδια στα χέρια, παρακαλώντας να βρουν έστω ένα καινούργιο περίπτερο να εγκαινιάσουν.
Αλλά τίποτα. Ούτε ένα έργο, ούτε ένα άγαλμα.
Μόνο σιωπή.

Στην Πλατεία Συντάγματος, το Μνημείο του Τίποτα στεκόταν αγέρωχο.
Ο αέρας το περνούσε χωρίς να συναντά αντίσταση.
Κι οι περαστικοί, που κάποτε σταματούσαν για φωτογραφίες, τώρα περνούσαν βιαστικά, χωρίς να κοιτάξουν.
Το Τίποτα είχε πάψει να είναι είδηση.

Μέσα σε εκείνη τη σιωπή, κάτι παράξενο άρχισε να ακούγεται:
Μια φωνή. Ήσυχη, σχεδόν διστακτική.
Δεν προερχόταν από υπουργό, ούτε από ανακοινωθέν.
Ήταν η φωνή ενός παιδιού που ρώτησε απλώς:
«Μα γιατί έχουμε τόσα αγάλματα και κανέναν ζωντανό να τα κοιτάξει;»

Κανείς δεν απάντησε.
Αλλά η ερώτηση αιωρήθηκε πάνω από την πόλη, σαν ήχος καμπάνας χωρίς εκκλησία.
Οι δρόμοι αντήχησαν από μια νέα λέξη: αμφιβολία.
Μια λέξη απαγορευμένη εδώ και χρόνια, γιατί δεν χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκά προγράμματα.

Ο Μικρομεσαίος στάθηκε απέναντι στο Μνημείο του Τίποτα και χαμογέλασε.
«Ίσως ήρθε η ώρα να φτιάξουμε κάτι που να μη χρειάζεται εγκαίνια,» είπε.
Ο Προμηθέας των POS έκλεισε τα μάτια του.
«Κάτι που να μην είναι πέτρα. Ούτε λόγος. Ούτε τίποτα. Κάτι αληθινό.»

Κι έτσι, χωρίς χειροκροτήματα, χωρίς λόγους, χωρίς τηλεοπτική κάλυψη,
ξεκίνησε η ανοικοδόμηση μιας άλλης χώρας — εκείνης που δεν ήθελε πια να εγκαινιάζει το κενό.

Στο τέλος, οι κορδέλες μαράθηκαν.
Τα ψαλίδια σκουριάσαν.
Και από τη σιωπή φύτρωσε ένα μικρό, πεισματάρικο πράγμα:
μια ιδέα.
Αυτό που δεν μπορούσε ποτέ να εγκαινιαστεί — γιατί ήταν ήδη ζωντανό.

mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα