Το ψηφιακό δίλημμα των κεντρικών Τραπεζών: Stablecoins, κυριαρχία και η μάχη για τις καταθέσεις

Οι κεντρικές τράπεζες και οι ρυθμιστικές αρχές σε όλο τον κόσμο βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή πρόκληση: την αλματώδη ανάπτυξη των αγορών κρυπτονομισμάτων, και ειδικότερα των stablecoins, η οποία απαιτεί έναν στρατηγικό επαναπροσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο διασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η νομισματική κυριαρχία,.

Ενώ ο κρυπτο-τομέας παραμένει σχετικά μικρός σε σχέση με τα παγκόσμια καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (λιγότερο από 1%), η ταχεία εξάπλωσή του δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Visa, ο προσαρμοσμένος όγκος συναλλαγών για τα stablecoins αναμενόταν να φτάσει τα σχεδόν 10 τρισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 2025 – ένα ιστορικό υψηλό που αντιπροσωπεύει αύξηση 70% σε σύγκριση με το 2024. Παράλληλα, η παγκόσμια κεφαλαιοποίηση των stablecoins ξεπέρασε τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 50% από την αρχή του έτους.

Αυτή η εκρηκτική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τους αυξανόμενους δεσμούς των αποθεματικών των stablecoins (όπως καταθέσεις σε τράπεζες ή κρατικά ομόλογα) με το παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα, δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

 
Το ρυθμιστικό παράδοξο: Η απαγόρευση αποδοχών

Οι κεντρικές τράπεζες ανησυχούν κυρίως για δύο σενάρια που απειλούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα: την ταχεία εξαγορά stablecoins (που θα μπορούσε να προκαλέσει κατάρρευση των τιμών των αποθεματικών) και την πιθανή διαρθρωτική απώλεια τραπεζικών καταθέσεων λόγω της αυξανόμενης δημοτικότητας των νέων αυτών μέσων.

Προκειμένου να προστατεύσουν το τραπεζικό σύστημα, οι περισσότερες ρυθμιστικές αρχές φαίνεται να επιδιώκουν να κάνουν τα stablecoins λιγότερο ελκυστικά από τις τραπεζικές καταθέσεις. Η σαφέστερη ένδειξη αυτής της προσέγγισης είναι η απαγόρευση της καταβολής τόκων ή άλλων αποδοχών στους κατόχους stablecoins. Αυτό αποτρέπει τα stablecoins από το να ανταγωνίζονται τις τραπεζικές καταθέσεις μέσω της απόδοσης.

Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή δέχεται έντονη κριτική. Η απαγόρευση αποδοχών έχει ακούσιες συνέπειες, καθώς η ελκυστικότητα των stablecoins σε σχέση με τις τραπεζικές καταθέσεις διακυμαίνεται ανάλογα με τα επιτόκια. Αυτή η εξάρτηση δημιουργεί αστάθεια στη ζήτηση τόσο για τα stablecoins όσο και για τις τράπεζες, και οι ειδήσεις σχετικά με την πορεία των επιτοκίων αποκτούν τεράστια σημασία για την ανταγωνιστικότητα αυτών των επιχειρηματικών μοντέλων. Επιπλέον, το μέτρο αυτό δεν καθιστά τα stablecoins ασφαλέστερα ή λιγότερο πιθανό να αποτελέσουν προορισμό μαζικής φυγής καταθέσεων σε περίπτωση τραπεζικής δυσχέρειας.

Μια επιπλέον εξήγηση για την επικράτηση της απαγόρευσης των αμειβόμενων stablecoins είναι η αποτελεσματική άσκηση πίεσης (lobbying) από τις τράπεζες προς τις ρυθμιστικές αρχές, καθώς θεωρούν ότι η αμοιβή ενός νέου νομισματικού μέσου θα έθετε σε κίνδυνο τα επιχειρηματικά τους μοντέλα.

 
Η στρατηγική εναλλακτική: Διαχείριση μέσω κεντρικής τράπεζας

Οι αναλυτές προτείνουν μια εναλλακτική προσέγγιση που εστιάζει στην ενίσχυση της ασφάλειας των stablecoins, παρέχοντας ταυτόχρονα στις ρυθμιστικές αρχές ένα εργαλείο ελέγχου.

Η πρόταση αυτή επιτρέπει στους εκδότες stablecoin να κερδίζουν τόκο για τα αποθεματικά που διατηρούν στην κεντρική τράπεζα. Αυτό επιτυγχάνει δύο στόχους:

  1. Τα stablecoins θα υποστηρίζονται από το ασφαλέστερο δυνατό περιουσιακό στοιχείο.
  2. Η κεντρική τράπεζα θα αποκτά τη δυνατότητα να ελέγχει τη σχετική ελκυστικότητα των stablecoins έναντι των τραπεζικών καταθέσεων.

Σε περίπτωση ταχέων εισροών πάνω από ένα ορισμένο μέγεθος, οι κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν να επιβάλουν αρνητικές αποδοχές στα αποθεματικά, περιορίζοντας έτσι την αξία που οι εκδότες μπορούν να μετακυλίσουν στους κατόχους, καθιστώντας τα λιγότερο ελκυστικά.

Σε κάθε περίπτωση, η αμοιβή των αποθεματικών των stablecoins στην κεντρική τράπεζα θα πρέπει να είναι χαμηλότερη από εκείνη που λαμβάνουν οι τράπεζες για τέσσερις βασικούς λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται στο «spread» μεταξύ των δύο τύπων αποδοχών,:

  1. Αρχική Σύνεση: Ανάγκη για γενική αρχική σύνεση προς αυτή τη νέα μορφή μέσου διακανονισμού.
  2. Αρνητικές Εξωτερικότητες: Αντιμετώπιση αρνητικών εξωτερικοτήτων που προκύπτουν από τη χρήση τους για παράνομες πληρωμές.
  3. Προστασία Τραπεζικής Δραστηριότητας: Προστασία των θετικών εξωτερικοτήτων της τραπεζικής δραστηριότητας για την κοινωνία.
  4. Διανομή Εσόδων Seignorage: Διεκδίκηση μέρους του εισοδήματος seignorage που δημιουργούν τα stablecoins, δεδομένου ότι η ασφάλειά τους προέρχεται από την πλήρη υποστήριξή τους σε χρήμα κεντρικής τράπεζας.

 
Η Ευρωπαϊκή απάντηση: Ψηφιακή κυριαρχία και το CBDC

Πέρα από τις ανησυχίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η ευρεία χρήση κρυπτονομισμάτων και stablecoins θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα των κεντρικών τραπεζών να ασκούν αποτελεσματικά τη νομισματική πολιτική και να διατηρούν τη σταθερότητα των τιμών.

Η χρήση περιουσιακών στοιχείων (όπως ξένα νομίσματα ή κρυπτονομίσματα) ως μέσο συναλλαγής αντί του εγχώριου νομίσματος μειώνει την αποτελεσματικότητα και την ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής. Όταν οι τιμές και οι μισθοί καθορίζονται ολοένα και περισσότερο σε μονάδες ξένου νομίσματος, ο αντίκτυπος μιας αλλαγής επιτοκίων μειώνεται.

Αντιμέτωπη με αυτές τις προκλήσεις και την αυξανόμενη εξάρτηση από μη ευρωπαϊκά συστήματα πληρωμών (όπως κάρτες και λύσεις μεγάλων μη ευρωπαϊκών τεχνολογικών εταιρειών), η Ευρωζώνη προωθεί στρατηγικά το Ψηφιακό Ευρώ (Central Bank Digital Currency – CBDC),.

Το Ψηφιακό Ευρώ θεωρείται βασικό στοιχείο της κυριαρχίας. Τα στρατηγικά του πλεονεκτήματα περιλαμβάνουν:

  1. Ανθεκτικότητα: Θα καθιστούσε το ευρώ και την Ευρωζώνη πιο ανθεκτικά έναντι των αναδυόμενων μορφών χρήματος.
  2. Αποδοτικότητα Πληρωμών: Θα προσέφερε μια πανευρωπαϊκή ψηφιακή λύση για τις λιανικές πληρωμές, λύνοντας ένα μακροχρόνιο πρόβλημα.
  3. Κυριαρχία και Ασφάλεια: Θα λειτουργούσε σε ευρωπαϊκή υποδομή, μειώνοντας την εξάρτηση από μη ευρωπαϊκούς παρόχους.

Επιπλέον, η εισαγωγή μιας λύσης wholesale CBDC (για διατραπεζικές συναλλαγές) θα επέτρεπε τη μεγαλύτερη αυτοματοποίηση και την 24/7 διαθεσιμότητα, καθιστώντας πιο αποτελεσματικές τις σύνθετες συναλλαγές κεφαλαιαγοράς, αξιοποιώντας καινοτομίες όπως οι πληρωμές με έξυπνες συμβάσεις (smart contracts).

Το Ευρωσύστημα, μέσω πρωτοβουλιών όπως η διευθέτηση συναλλαγών βασισμένων σε DLT (Distributed Ledger Technology), επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι η Ευρώπη θα παραμείνει πρωτοπόρος στην ανάπτυξη μιας tokenized χρηματοπιστωτικής υποδομής. Αυτή η προσπάθεια σηματοδοτεί το πρώτο βήμα προς ένα πιο ψηφιακό οικοσύστημα, με τη συμμετοχή της αγοράς.

Συνοψίζοντας, η απάντηση των κεντρικών τραπεζών στην ψηφιακή επανάσταση δεν είναι μόνο ρυθμιστική – όπως η αμφιλεγόμενη απαγόρευση αποδοχών στα stablecoins – αλλά και στρατηγική. Η Ευρώπη επιδιώκει να διατηρήσει τον έλεγχο της νομισματικής της μοίρας μέσω του Ψηφιακού Ευρώ, διασφαλίζοντας ότι η αλματώδης ανάπτυξη των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων δεν θα υπονομεύσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την αυτονομία της νομισματικής της πολιτικής,.

 
Αυτό το άρθρο βασίζεται στην ανάλυση των θέσεων που εκφράστηκαν από τους Lewis McLellan, Ulrich Bindseil, και Fritzi Köhler-Geib, σε πρόσφατες δημοσιεύσεις τους στις αρχές Δεκεμβρίου 2025 ( omfif.org ).

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα