Η Αμερική της ανταποδοτικότητας: Από τη “φιλελεύθερη τάξη” στη ρεαλιστική ισορροπία δυνάμεων
Ανάλυση βασισμένη στο άρθρο του Oren Cass, A Grand Strategy of Reciprocity | Foreign Affairs, Νοέμβριος/Δεκέμβριος 2025
Ο Oren Cass είναι ιδρυτής και επικεφαλής οικονομολόγος της American Compass και συντάκτης του The New Conservatives: Restoring America’s Commitment to Family, Community, and Industry.
Από την ηγεμονία στην εξάντληση
Ο Oren Cass, σε ένα από τα πλέον πολυσυζητημένα κείμενα της χρονιάς στο Foreign Affairs, καταθέτει μια ριζικά νέα προσέγγιση για την αμερικανική εξωτερική πολιτική μετά από οκτώ δεκαετίες ηγεμονίας. Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, υποστηρίζει, η Ουάσιγκτον έκανε ένα λανθασμένο στοίχημα: πίστεψε πως η παγκοσμιοποίηση, η ελεύθερη αγορά και η διάχυση της δημοκρατίας θα καθιστούσαν τον κόσμο ασφαλή υπό την “φιλελεύθερη τάξη” των ΗΠΑ. Αντί όμως για παγκόσμια σταθερότητα, το αποτέλεσμα υπήρξε ένας οικονομικός και γεωπολιτικός εκφυλισμός, με την Κίνα να αναδύεται ως αυταρχική υπερδύναμη και την αμερικανική κοινωνία να βυθίζεται σε ανισότητες και παραγωγική παρακμή.
Ο Cass θεωρεί ότι η “ευεργετική ηγεμονία” –η ιδέα ενός κόσμου που θα εξισορροπείται χάρη στη γενναιοδωρία και την υπεροχή των ΗΠΑ– απέτυχε. Η εποχή της μονοπολικής εξουσίας έχει τελειώσει, και αυτό που απομένει είναι ένα κουρασμένο imperium, εξαρτημένο από συμμάχους που δεν πληρώνουν το κόστος της ασφάλειάς τους και από εχθρούς που εκμεταλλεύονται το αμερικανικό άνοιγμα.
Το δόγμα της ανταποδοτικότητας
Απέναντι σε αυτό το τέλμα, ο Cass προτείνει μια νέα “Μεγάλη Στρατηγική”: την στρατηγική της ανταποδοτικότητας (reciprocity). Δεν πρόκειται για απομονωτισμό ούτε για αναβίωση της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης, αλλά για μια συνειδητή επανατοποθέτηση της Αμερικής στο διεθνές σύστημα με βάση την αρχή της ισότητας όρων.
Η ιδέα είναι απλή αλλά ριζοσπαστική: οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να συνεργάζονται μόνο με κράτη που είναι διατεθειμένα να προσφέρουν ισοδύναμα οφέλη – οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά. Η εποχή των “τζάμπα συμμάχων” τελείωσε.
Η “ανταποδοτικότητα” μεταφράζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:
- Αυτοδύναμη ασφάλεια: κάθε σύμμαχος πρέπει να αναλαμβάνει το κύριο βάρος της άμυνάς του. Η Γερμανία, η Ιαπωνία και άλλες χώρες δεν μπορούν να παραμένουν εξαρτημένες από το ΝΑΤΟ ή τον αμερικανικό στρατό.
- Ισοσκελισμένο εμπόριο: οι εμπορικές σχέσεις πρέπει να είναι αμφίδρομες. Τα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας, της Νότιας Κορέας ή της Ιαπωνίας σε βάρος των ΗΠΑ θεωρούνται επιζήμια.
- Αποσύνδεση από την Κίνα (decoupling): η Κίνα πρέπει να αποκλειστεί από την αμερικανική και συμμαχική αγορά, καθώς αποτελεί “στρατηγικό ανταγωνιστή” και όχι εταίρο.
Στον πυρήνα αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η έννοια της ισότητας συμφερόντων, όχι της παγκόσμιας ιδεολογικής ηγεσίας. Η Αμερική, όπως τονίζει ο Cass, οφείλει να ξαναγίνει “δημοκρατία” και όχι “αυτοκρατορία”.
Το τέλος της “φιλελεύθερης ψευδαίσθησης”
Το άρθρο λειτουργεί και ως οξύτατη αποδόμηση του δόγματος της “φιλελεύθερης διεθνούς τάξης”. Από το 1991 και μετά, οι αμερικανικές κυβερνήσεις –Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί– πίστεψαν πως η επέκταση των αγορών θα έφερνε αυτόματα δημοκρατία και ειρήνη. Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο:
- Οι παγκοσμιοποιημένες αλυσίδες αξίας διέλυσαν τη βιομηχανική βάση των ΗΠΑ.
- Οι σύμμαχοι της Δύσης συνήθισαν να απολαμβάνουν τα οφέλη χωρίς να μοιράζονται τα κόστη.
- Και οι αντίπαλοι αυταρχικοί εκμεταλλεύθηκαν το άνοιγμα των αγορών για να ενισχύσουν τις επιρροές τους.
Η φράση-κλειδί του Cass είναι ότι “ο ηγεμόνας έτρεφε το σύστημα που τον εξασθενούσε”. Με αυτή τη διαπίστωση, προτείνει μια επιστροφή στον ρεαλισμό — όχι του φόβου, αλλά του αμοιβαίου συμφέροντος.
Η “Αμερική του Τραμπ” ως πείραμα
Ο Cass αναγνωρίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, στη δεύτερη προεδρική του θητεία, έχει κάνει βήματα προς αυτή τη νέα κατεύθυνση, αν και “ανοργάνωτα και σπασμωδικά”.
Η επιβολή δασμών, η πίεση προς το ΝΑΤΟ για αύξηση των αμυντικών δαπανών (στο 3,5% του ΑΕΠ), και η απαίτηση για εμπορική ισορροπία δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον δεν θεωρεί πλέον τη δική της ισχύ “απεριόριστη”. Αντί να επιδοτεί την ασφάλεια και την ανάπτυξη των άλλων, επιχειρεί να αναδιαπραγματευτεί τους όρους συμμετοχής της στη διεθνή τάξη.
Η στροφή αυτή προκαλεί αμηχανία, αλλά και αναγκάζει την Ευρώπη, τον Καναδά, την Ιαπωνία και άλλους συμμάχους να αναλογιστούν την πραγματική τους θέση. Η “Αμερική της ανταποδοτικότητας” είναι πιο σκληρή, αλλά και πιο προβλέψιμη: η συμμετοχή στις αμερικανικές συμμαχίες θα βασίζεται πλέον σε όρους πραγματικής συμβολής, όχι πολιτικής αφοσίωσης.
Μια νέα παγκόσμια γεωοικονομία
Η στρατηγική Cass δεν είναι απλώς πολιτικοστρατιωτική, αλλά και οικονομική:
- Βιομηχανική αναγέννηση μέσω ανασυγκρότησης της παραγωγής στις ΗΠΑ.
- Εμπορικά μπλοκ βασισμένα σε κοινές αξίες αλλά κυρίως σε κοινά συμφέροντα.
- Αποσύνδεση από την Κίνα και δημιουργία παράλληλων αλυσίδων εφοδιασμού.
Η λογική είναι σαφής: “όποιος θέλει πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, πρέπει να επιλέξει στρατόπεδο”. Πρόκειται ουσιαστικά για μια νέα διπολική οικονομία που θα αντικαταστήσει την παγκοσμιοποίηση της δεκαετίας του 1990.
Αυτή η “συνειδητή αποσύζευξη” (conscious uncoupling) σημαίνει ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι μεταβατική και συγκρουσιακή, καθώς τα κράτη θα κληθούν να επιλέξουν μεταξύ του αμερικανικού και του κινεζικού οικονομικού πλαισίου.
Κριτική αποτίμηση
Η πρόταση Cass αποτελεί ίσως την πιο συνεκτική διατύπωση του μετα-φιλελεύθερου ρεαλισμού που διαμορφώνεται στην Ουάσιγκτον. Ωστόσο, εγείρει σοβαρά ερωτήματα:
- Μπορεί η Αμερική να επανακτήσει την οικονομική της αυτάρκεια χωρίς να θυσιάσει το παγκόσμιο κύρος της;
- Η “ανταποδοτικότητα” μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο συνεργασίας ή θα εξελιχθεί σε μηχανισμό αποκλεισμού και προστατευτισμού;
- Και κυρίως: είναι έτοιμη η Δύση να δεχθεί την ιδέα των “σφαιρών επιρροής” ως νέο ρεαλιστικό κανόνα διεθνών σχέσεων;
Ο Cass υποστηρίζει πως “η αποδοχή των σφαιρών επιρροής δεν είναι υποχώρηση, αλλά προσαρμογή στη δομή ενός ανταγωνιστικού κόσμου”. Είναι μια θέση βαθιά αντιφιλελεύθερη, αλλά ίσως και η μόνη που αναγνωρίζει την πραγματικότητα της μετα-παγκοσμιοποιημένης εποχής.
Επίλογος: Η Αμερική παίζει ξανά για να κερδίσει
Στην κατακλείδα του, ο Cass προειδοποιεί: “Ο παίκτης που, μετά τις ήττες του, διπλασιάζει τα στοιχήματα, παίζει πια ‘on tilt’”. Έτσι και η Αμερική, λέει, δεν μπορεί να συνεχίσει να κυνηγά ένα όραμα ηγεμονίας που έχει ήδη χαθεί.
Η “Μεγάλη Στρατηγική της Ανταποδοτικότητας” δεν είναι σχέδιο για μια νέα αυτοκρατορία, αλλά στοίχημα για τη σωτηρία της αμερικανικής δημοκρατίας μέσα σε έναν κόσμο πολλών δυνάμεων.
Η ιστορία, φαίνεται, επαναφέρει τις Ηνωμένες Πολιτείες όχι ως “σωτήρα του κόσμου”, αλλά ως ρεαλιστή ηγέτη ενός νέου μπλοκ εθνών με ελευθερία και αυτάρκεια.
Και όπως καταλήγει εμφατικά ο Cass: “Ήρθε η ώρα η Αμερική να κάνει ένα στοίχημα που μπορεί πραγματικά να κερδίσει.”
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




